Η πρώτη πληθυσμιακή σύνθεση του συνοικισμού

Επικρατεί η εντύπωση ότι το 1,5 εκατ. περίπου των Ελλήνων προσφύγων που κατέφυγαν τότε από τη Μ. Ασία, την Ανατ. Θράκη και τον Πόντο στην Ελλάδα και συνεπώς και στο Βύρωνα, ήταν γηγενείς, δηλ. απόγονοι των αρχαίων Ιώνων, Αιολέων κ.λ.π, που κατέκλυσαν τη Σμύρνη και τα παράλια της Μ. Ασίας και του Πόντου κατά τους δύο πρώτους μεγάλους αποικισμούς, που ξεκίνησαν από τους πρώτους ιστορικούς χρόνους και ολοκληρώθηκαν γύρω στον 7ο αιώνα π.Χ. Γι’ αυτό και συχνά διαβάζουμε και ακούμε, ότι οι άνθρωποι αυτοί ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες, όπου κατοικούσαν για περισσότερες από 2,5 χιλιετίες.

Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα, ιδιαίτερα μάλιστα όσο αφορά την περιοχή της Σμύρνης.

Μετά τους πρώτους αποικισμούς στη Μ. Ασία κατά την αρχαιότητα ακολούθησαν κατά διάφορες χρονικές περιόδους πολλά κύματα νεότερων μεταναστών προς τις περιοχές αυτές.

Από τη Βυζαντινή ακόμη εποχή χιλιάδες Έλληνες αναζήτησαν καλύτερη τύχη και στη Μ. Ασία και στον Πόντο. Αυτό συνεχίσθηκε και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και μάλιστα με αυξανόμενο ρυθμό. Ειδικά για την περιοχή της Σμύρνης αναφέρονται μαζικές μεταναστεύσεις Ελλήνων αμέσως μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Ορλώφ του 1770 στη Νότια Πελοπόννησο και τις ομαδικές σφαγές Ελλήνων που την ακολούθησαν. Το ίδιο έγινε και κατά τη διάρκεια της Αγγλικής κατοχής των Επτανήσων μέχρι το 1864. Οι μετανάστες αυτοί προέρχονταν κυρίως από την Πελοπόννησο, την Κρήτη και τα Κύθηρα (Τσιρίγο). Ήδη από το 1830 υπήρχε στη Σμύρνη η «Κυθηραϊκή Αδελφότητα», που ήταν και βασικός χρηματοδότης της Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης. Οι Κυθήριοι μάλιστα ήταν και οι πολυπληθέστεροι απ’ αυτούς τους μετανάστες. Εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι ως Άγγλοι υπήκοοι (Επτανήσιοι) είχαν αγγλικά διαβατήρια και έπαιρναν διαμονητήρια από το Αγγλικό Προξενείο της Σμύρνης, πλημμύρισαν την περιοχή σε βαθμό μάλιστα που το νησί τους σχεδόν ερημώθηκε. Στις παραμονές της καταστροφής η Κυθηραϊκή παροικία της Σμύρνης αριθμούσε 25.000 ανθρώπους (σε σύνολο 165.000 Ελλήνων κατοίκων). Αλλά και μετά την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα το 1864 οι Κυθήριοι που έγιναν πλέον Έλληνες υπήκοοι, εκμεταλλεύτηκαν άλλο σοβαρό πλεονέκτημα. Στην Τουρκία τότε ίσχυε το καθεστώς των διομολογήσεων. Επρόκειτο για διεθνείς συμβάσεις που έδιναν εξαιρετικά δικαιώματα και προνόμια στους υπηκόους των Ευρωπαϊκών κρατών. Και έτσι οι Κυθήριοι, πρώην Άγγλοι υπήκοοι, συνέχισαν ως Έλληνες πλέον υπήκοοι να έχουν τα ίδια προνόμια. Το ίδιο ίσχυσε φυσικά τότε και για άλλους Έλληνες μετανάστες που έφταναν στη Σμύρνη.

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ότι η περιοχή της Σμύρνης μετατράπηκε σ’ ένα είδος αυτοδιοικούμενης περιοχής με ουσιαστικά κυρίαρχους στην οικονομική της ζωή Έλληνες. Ιδιαίτερα οι Κυθήριοι είχαν τον απόλυτο έλεγχο του λιμανιού της Σμύρνης, που ήταν τότε το μεγαλύτερο λιμάνι της Ανατολής. Ήταν εφοπλιστές, μαουνιέρηδες, ναυτικοί πράκτορες, χρηματιστές κ.λ.π. Εξ ου και η προσωνυμία της Σμύρνης «Μείζονα Κύθηρα».
Η «πρωτεύουσα» αυτής της Κυθηραϊκής παροικίας ήταν το χωριό Κουκλουτζάς. Απείχε 6 χιλ. από τη Σμύρνη και το Ελληνικό του όνομα ήταν Εύοσμος. Οι κάτοικοί του ήταν περίπου 5.000, όλοι αποκλειστικά Έλληνες. Απ’ αυτούς οι 2.600 ήταν Κυθήριοι. Ήταν τέτοια τα προνόμια του Κουκλουτζά, ώστε όποιος καταδιωκόμενος Έλληνας κατέφευγε στο χωριό, σωζόταν, γιατί «περνούσε στο Ελληνικό», δηλ. ουσιαστικά σε ελληνικό έδαφος.
Άλλα προάστια της Σμύρνης με κυρίαρχο το Κυθηραϊκό στοιχείο ήταν ο Βουτζάς, το Κορδελιό και ο Μπουρνόβας. Αλλά και το Αξάριο και τα αρχαία Θυάτειρα.

Έτσι, στις παραμονές της Μικρασιατικής καταστροφής οι Έλληνες της Σμύρνης αριθμούσαν στους κόλπους τους και ένα μεγάλο αριθμό Ελλήνων από πολύ μεταγενέστερες εποχές σε σχέση με τους Έλληνες των πρώτων αποικισμών της αρχαιότητας. Αυτή η αναλογία φυσικά διατηρήθηκε και στους προσφυγικούς οικισμούς στην Ελλάδα και βέβαια και στο Βύρωνα.

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή ήταν φυσικό ο Κουκλουτζάς να υποστεί περισσότερο από κάθε άλλη περιοχή τις γνωστές φρικιαστικές συνέπειες. Επειδή μάλιστα οχυρώθηκε και αμύνθηκε στα στρατεύματα του Κεμάλ, εξαφανίστηκε τελείως από προσώπου γης. Πολλοί λίγοι κάτοικοι σώθηκαν από τη σφαγή και κατόρθωσαν να φθάσουν στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς κατέφυγαν στη Θεσσαλονίκη και έχτισαν το Νέο Κουκλουτζά (σήμερα Κοινότητα Ευόσμου). Αρκετοί έφθασαν και στο Βύρωνα. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και οι Κυθήριοι του Κουκλουτζά, του Βουτζά και του Κορδελιού. Η γειτονιά τους στο Βύρωνα ήταν η περιοχή γύρω από την Αγία Τριάδα. Και γι’ αυτό εκεί δόθηκαν τα ονόματα οδός Βουτζά, Κουκλουτζά και Κορδελιού.
Αυτό, λοιπόν, το κομμάτι των προσφύγων ονομάστηκε «Τσιριγωτοσμυρνιοί», αφού τα Κύθηρα ονομάζονται και Τσιρίγο. Στο Βύρωνα η παρουσία τους υπήρξε αισθητή. Τα οικογενειακά τους επώνυμα είναι:
Φατσέας (απόγονος ο μετέπειτα Δήμαρχος Θεόφιλος) Κασιμάτης (επώνυμοι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, ένας απ’ αυτούς ο Παναγιώτης εκτελέστηκε στο Μπλόκο). Αρώνης (απόγονος ο μετέπειτα πρόεδρος της Πανιωνίου Στέγης Νικόλαος, και ο αξιωματικός του ΕΛΑΣ Παναγιώτης), Βικέτος (απόγονος ο Νικόλαος, Γραμματέας της Ένωσης Σμυρναίων και τ. πρόεδρος της Πανιωνίου Στεγης), Φαρδουλής, Νοταράς.
Πολλές άλλες οικογένειες Τσιριγωτοσμυρνιών του Βύρωνα έμειναν γνωστές από τα καταστήματά τους και τη γενικότερη παρουσία τους στο Βύρωνα. Π.χ. Σάμιος, Βλαντής, Μαρσέλλος, Κορωναίος, Πετρόχειλος, Παυλάκης, Κομνηνός, Μεγαλοοικονόμου, υπαρχηγός της πρώτης προσφυγικής ομάδας, κ.λ.π.

Εκτός βέβαια από τους Τσιριγωτοσμυρνιούς στο Βύρωνα είχαμε και πρόσφυγες από τη Σμύρνη Κρητικούς, Πελοποννήσιους και από διάφορα νησιά του Αιγαίου. Το μαρτυρούν τα επώνυμα των πρώτων κατοίκων του Συνοικισμού: Υδριώτης, Κατσιναβάκης, Ξηρουχάκης, Μικεδάκης, Καραβελάκης, Περογιαννάκης, Γιαννουσάκης, Τζεδόπουλος, Ξενάκης, Πατεράκης, Ακριθάκης, Σφακιανάκης, Πετρακάκης, Δουρδουλάκης, Βαρουχάκης, Κουτράκης κ.λ.π.

Τέλος θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στο Βύρωνα το 1923 – 1924 μαζί με τους Έλληνες κατέφυγαν ως πρόσφυγες από τη Μ. Ασία και Αρμένιοι (δεν έχουν σχέση με τους Αρμένιους του Καρέα), Εβραίοι, ακόμα και ελάχιστοι Τούρκοι, που εκδιώχθηκαν γιατί ήταν κρυπτοχριστιανοί και αποκαλύφθηκαν. Μερικοί απ’ αυτούς έμειναν στη μνήμη των Βυρωνιωτών από τα επαγγέλματά τους. Π.χ. Η ταβέρνα του Αρμένιου Αβεδή Χοροζιάν στη Χρυσ. Σμύρνης, το εμπορικό του Εβραίου Κοέν στην Αγίας Σοφίας και Αϊδινίου (έκλεισε πριν λίγα χρόνια), ο περιφερόμενος έμπορος – δοσατζής με τη σούστα και το άλογο Εβραίος Ιωσήφ, ο Αρμένιος τσαγκάρης στην Ευαγγελικής Σχολής, οι Αρμένιοι σιδηρουργοί Αρμάος και Αγκοπιάν στον Άγιο Λάζαρο, ο τουρκοχριστιανός μπακάλης Πεστιματζής στη Ν. Ελβετία κ.λ.π. Μάλιστα, οι Εβραίοι Μικρασιάτες επιχειρηματίες ήταν πολύγλωσσοι. Ένας τέτοιος ταβερνιάρης ριμαδόρος συνήθιζε να λέει: «Αλαβάντα λασπαράς, κόμα λας πατσάς», δηλ. πρώτα τα λεφτά και ύστερα ο πατσάς (εβραιοτούρκικο γλωσσικό μωσαϊκό). Και όταν έκανε «λάθος» στο λογαριασμό, το ξεπερνούσε απλά με την τούρκικη φράση «γιαγνίς ολντού», δηλ. λάθος έγινε. Υπήρχαν και περιπτώσεις Ελλήνων, που μιλούσαν μόνο τουρκικά (ήταν οι Ελληνορθόδοξοι οι προερχόμενοι από το Δυτικό Πόντο και κυρίως από τη Σαφράμπολη της Καππαδοκίας). Ήταν όμως και Έλληνες που μιλούσαν μεν μόνο τουρκικά, αλλά τα έγραφαν με ελληνικούς χαρακτήρες (καραμανλήδικα). Τέτοια περίπτωση ήταν η μητέρα της Κασσιανής Κυριακίδου στη Ν. Ελβετία που καταγόταν από την Καπαδοκία.

Αλλά δεν μας έλειπαν και οι Ρομά. Το ρέμα της Γριάς το Πήδημα μέχρι να μπαζωθεί ήταν τσιγγάνικος μαχαλάς, γεμάτος παράγκες. Ύστερα από κάθε βροχή το νερό παρέσυρε τα πάντα, αλλά οι τσιγγάνοι ξανάφτιαχναν την παραγκούπολη. Κατά μήκος του ρέματος υπήρχαν μόνο δύο πρόχειρες γέφυρες. Η μεγαλύτερη στη διασταύρωση με τη Φορμίωνος και η άλλη στην αντίστοιχη με τη Νέας Ελβετίας.

Για την ονομασία «Της Γριας το Πήδημα» η παράδοση αναφέρει ότι οφείλεται στην προσπάθεια κάποιας ηλικωμένης γυναίκας, που έβοσκε κατσίκια, να περάσει το ρέμα πηδώντας από βράχο σε βράχο και σκοτώθηκε.

Απ’ το βιβλίο “90 χρόνια Βύρωνας” με την άδεια του συγγραφέως Απόστολου Κοκόλια