Θα συνεχίσουν να υπάρχουν συντάξεις;

Του Γιώργου Αληθινού

Οι κερδισμένοι, και από τις νέες αυτές αλλαγές, δεν είναι σίγουρα οι ασφαλισμένοι…

Στα τέλη του Φλεβάρη, πριν καλά-καλά στεγνώσει το μελάνι του νόμου Κατρούγκαλου, ψηφίστηκε ένας νέος νόμος για το ασφαλιστικό: Νόμος Βρούτση, πλέον. Και πάλι όλα άνω-κάτω. Νέα ποσά συντάξεων, νέα όρια συνταξιοδότησης και νέοι γρίφοι για όλους μας. Τρίβουν τα χέρια τους οι κάθε λογής λογιστές, εργατολόγοι και «συνταξιολόγοι». Έχουν μία, μπορεί και δύο απαντήσεις για ερωτήματα που βρίσκονται στο μυαλό και τη γλώσσα του καθένα μας: Σε ποια ηλικία θα πάρω σύνταξη; Πότε θα πάρω τη σύνταξή μου μετά την αποχώρηση από την εργασία; Πόση σύνταξη θα πάρω; Πως αυξομειώνονται οι ασφαλιστικές εισφορές; Τι μπορώ να εξαγοράσω; Το μεγάλο ερώτημα όμως είναι: Θα πάρω σύνταξη; Θα συνεχίσουν, τελικά, να υπάρχουν συντάξεις; Όλη τη μεταπολεμική περίοδο οι εργαζόμενοι είχαν συνηθίσει σε έννοιες όπως σύνταξη, άδεια, επίδομα άδειας, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Την τελευταία δεκαετία όμως, οι ψύλλοι που είχαν μπει στ’ αυτιά μας την εποχή πριν και μετά το 2000, έγιναν μαύρα φίδια που μας έζωσαν και μας πνίγουν σιγά- σιγά. Πάνε τα δώρα, πάνε τα επιδόματα άδειας, πληρώνουμε όλο και περισσότερα για νοσηλεία και φάρμακα. Οι συντάξεις μειώνονται διαρκώς, τα όρια συνταξιοδότησης αυξάνουν, οι όροι συνταξιοδότησης συνεχώς αλλάζουν και όλοι μας βρισκόμαστε σε μια απέραντη σύγχυση. Από πολύ παλιότερα, από τη δεκαετία του ’70, οι «σοφοί» υπερασπιστές του συστήματος (βλ. καπιταλισμός), επεξεργάζονται πολιτικές για την κατάργηση όλων των παροχών και των συντάξεων που αναγκάστηκε να δώσει το ίδιο το σύστημα από τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου έως και τη δεκαετία του ’90,  λόγω των δικών του προβλημάτων ανάπτυξης και υπό το κράτος του ανταγωνισμού του με τις Σοσιαλιστικές χώρες. Τη δεκαετία του ’70, λοιπόν, τα «σαΐνια» της Σχολής του Σικάγο, υπό τον Μίλτον Φρίντμαν άρχισαν να δοκιμάζουν συστήματα ιδιωτικοποίησης του ασφαλιστικού, ξεκινώντας από τη Χιλή του Πινοσέτ. Εξ ου και οι κορώνες για σύστημα «Πινοσέτ» που ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί τώρα τη Νέα Δημοκρατία. Από τότε και οι ιδέες για τους 3 Πυλώνες του Ασφαλιστικού.

Ας θυμηθούμε, όμως, πότε άρχισαν στη χώρα μας οι συζητήσεις για τους 3 Πυλώνες: Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, επί Κ. Μητσοτάκη. Δεν τα κατάφεραν. Το 2001, επί Σημίτη, το «Σχέδιο Γιαννίτση». Και πάλι δεν το κατάφεραν. Και ήρθε η μεγάλη κρίση του 2008. Πάλι συζητήσεις για το ότι το Ασφαλιστικό της χώρας δεν αντέχει. Και μετά ήρθαν τα Μνημόνια…

Ένας από τους βασικούς στόχους των Μνημονίων ήταν οι αλλαγές στο Ασφαλιστικό και η σταδιακή, πλήρης σχεδόν, ιδιωτικοποίησή του. Κι έτσι άρχισε το «πανηγύρι», με τη γνωστή ρητορική περί βιωσιμότητας, αντοχής κλπ.: Μειώσεις επί μειώσεων στις συντάξεις, αύξηση των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης, συνεχείς αλλαγές στους όρους συνταξιοδότησης. Και όλα αυτά για να «σωθεί» η οικονομία της χώρας, να μην πτωχεύσουμε. Και ποιο ήταν το αποτέλεσμα όλων των Μνημονίων, που όλες οι κυβερνήσεις από το 2010 μέχρι και σήμερα εφαρμόζουν; Οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι και οι φτωχοί, φτωχότεροι. Και «bonus», η επιτυχία της προπαγάνδας της «συνενοχής» των εργαζόμενων για την κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας. Και τώρα αλλάζουν και πάλι το Ασφαλιστικό! Το κάνουν χειρότερο για εμάς τους ίδιους, τους εργαζόμενους αλλά και τις γενιές που ακολουθούν. Και οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, σαν γύπες καραδοκούν. Έχουν ανοίξει τις «αγκαλιές» τους, για τα «θύματα» και του νέου αυτού Ασφαλιστικού. Όποιος θα έχει χρήματα θα ασφαλίζεται, όποιος δεν θα έχει, θα πρέπει να δουλεύει μέχρι να αποδημήσει σε τόπους μακρινούς και ανασφάλιστους. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα υπάρχει κάποια θέση στην αγορά εργασίας γι’ αυτόν! Σκεφτείτε!  Η συνεχής αποδόμηση του Ασφαλιστικού οδηγεί στην κατάργηση κάθε έννοιας και όρων συνταξιοδότησης και ασφάλισης. Σκεφτείτε!  Μας οδηγούν, με σύγχρονους όρους, σε εποχές πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο: δουλειά από το πρωί μέχρι το βράδυ, χωρίς ασφαλιστικές παροχές, χωρίς συντάξεις. Σκεφτείτε και ανάλογα δράστε! Η ζωή μας είναι υπόθεση δική μας.