Ρ. Δούρου: Παράπλευρες απώλειες…

Της Ρένας Δούρου, Επικεφαλής της Περιφερειακής Παράταξης «Δύναµη Ζωής», Μέλος του Πολιτικού Συµβουλίου και της Πολιτικής Γραµµατείας του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συµµαχία

Μερικές σκέψεις με αφορμή την πρόσφατη (7/12) συνεδρίαση του Κογκρέσου των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Για να μην γίνουν τα ανθρώπινα δικαιώματα παράπλευρη απώλεια της πανδημίας, οφείλουμε όλοι, και ειδικότερα η Τοπική Αυτοδιοίκηση να βρούμε νέους τρόπους άσκησης της πολιτικής προς όφελος των πολλών, των αδύναμων, εκείνων που δεν έχουν φωνή και που υφίστανται τις ταξικές πολιτικές του 1%. Αυτά παρατήρησα, μεταξύ άλλων στην παρέμβασή μου τη Δευτέρα στη συνεδρίαση του Κογκρέσου των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση, στο νέο περιβάλλον που σφραγίζεται από τις πολυεπίπεδες επιπτώσεις του Covid-19, μπορεί να έχει κομβικό ρόλο. Επειδή  βρίσκεται πιο κοντά, από ό,τι η κεντρική εξουσία, στις αγωνίες και τους αγώνες των πολιτών, έχει χρέος να ανταποκριθεί στη συγκυρία και τις προσδοκίες των τοπικών κοινωνιών. Να ανταποκριθεί στην ανάγκη «οικοδόμησης εκείνου του νέου περιβάλλοντος που μπορεί να προστατεύσει, να προωθήσει και να αναβαθμίσει τα αδιαπραγμάτευτα δικαιώματα των πολιτών στην υγεία, την εργασία, την παιδεία, τη στέγη, την κοινωνική ασφάλιση». Δικαιώματα που σήμερα αναδεικνύονται σε αναχώματα κατά της πανδημίας και παράλληλα στα κρίσιμα εργαλεία για την υπέρβαση της υγειονομικής κρίσης με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης, όπως παρατήρησα αναφερόμενη στη Συλλογή των καλών πρακτικών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που υιοθετήθηκε από το Κογκρέσο.

Σε αυτή τη νέα περίοδο βαρβαρότητας, που περιγράφει η Ναόμι Κλάιν, οι δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις που δραστηριοποιούνται σε δήμους και περιφέρειες μπορούν να διαδραματίσουν σοβαρό ρόλο κόντρα στα συμφέροντα που επιχειρούν να μετατρέψουν την κρίση του covid-19 σε πηγές κέρδους και ευκαιρία για περιστολή δικαιωμάτων και ελευθεριών, εμβάθυνση και δημιουργία νέων ανισοτήτων καθώς διαιώνιση ρατσιστικών και σεξιστικών πολιτικών.

Πολιτικών που για παράδειγμα σήμερα, στη σκιά της πανδημίας, σηματοδοτούν την επιστροφή οπισθοδρομικών στερεοτύπων σε βάρος των γυναικών. Πλέον ο σεξισμός, η «μαζικότερη και παλιότερη μορφή ρατσισμού», όπως εύστοχα παρατηρούσε η αλησμόνητη Σούλα Παναρέτου, παίρνει διαστάσεις, «μολύνοντας» την καθημερινότητα, μέσα από πολλές και επικίνδυνες μορφές, όπως την αυξανόμενη ενδοοικογενειακή βία, τις πολλαπλασιαζόμενες γυναικοκτονίες (και όχι «εγκλήματα πάθους») –  όλα ενδείξεις της ανάγκης για εγρήγορση και ανάληψη πρωτοβουλιών κατά τέτοιων φαινομένων.

Η υιοθέτηση από το Κογκρέσο Συμβουλίου της Ευρώπης της έκθεσης για τον Αγώνα κατά του Σεξισμού σε βάρος γυναικών στην πολιτική, σε τοπικό επίπεδο, όπως και η έγκριση του δεύτερου τόμου της Συλλογής των καλών πρακτικών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, είναι ένα βήμα. Ένα λιθαράκι στην κατεύθυνση της διασφάλισης των «αδιαπραγμάτευτων δικαιωμάτων των πολιτών στην υγεία, την εργασία, την παιδεία, τη στέγη, την κοινωνική ασφάλιση». Δηλαδή τις «προϋποθέσεις για την υπέρβαση της κρίσης με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής και όχι εμβάθυνσης των ανισοτήτων».

Για αυτό και η περίοδος που ζούμε οφείλει να είναι ώρα εγρήγορσης και δράσης. Γιατί οι δυνάμεις του status quo, αυτές που εκπροσωπεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη, μετά από το πρώτο σοκ, αναδιοργανώνονται και ετοιμάζουν την «επόμενη μέρα» του ιού. Μια «επόμενη ημέρα» κομμένη και ραμμένη στα ταξικά τους συμφέροντα και στα πρότυπα της αγοράς και του περιορισμού των δικαιωμάτων. Της δημοκρατίας της επιτήρησης, του ελέγχου των πολιτών, της καταστροφής του περιβάλλοντος. Για αυτό και δεν έχουμε την πολυτέλεια να χάσουμε χρόνο.

Ας δράσουμε από τώρα λοιπόν για να μην μείνει αύριο καμία και κανείς πίσω. Να διασφαλίσουμε σήμερα την κοινωνική και περιβαλλοντική δικαιοσύνη, για το αύριο των παιδιών μας. Αυτή είναι η απόλυτη προτεραιότητά μας, η πιο σημαντική πρόκληση για τις κοινωνίες και τους λαούς σε τοπικό, ευρωπαϊκό, διεθνές επίπεδο.