30 χρόνια από τη διάσπαση του ΚΚΕ στο 13ο Συνέδριο

Του Λάμπρου Σταυρόπουλου

Το 2021 συμπληρώνονται 30 χρόνια από τη διάσπαση του ΚΚΕ στο 13ο Συνέδριό του (19-24 Φεβρουαρίου 1991). Ήταν η κορύφωση μιας από τις πιο σκληρές συγκρούσεις που έμελλε να ζήσει στον μακρύ και ταραχώδη βίο του το κόμμα της κομμουνιστικής Αριστεράς – ίσως πιο σκληρή και από την ιστορική διάσπαση του 1968 (12η Ολομέλεια), δεδομένου ότι συντελέστηκε στις συνθήκες των μεγάλων ανατροπών κατάρρευσης των καθεστώτων του “υπαρκτού σοσιαλισμού”.

Υπό το πρίσμα αυτό η ιστορικότητα της διάσπασης του 13ου Συνεδρίου συνίστατο στο γεγονός ότι από την έκβαση της αδυσώπητης εσωκομματικής διαμάχης που μαινόταν επί μακρόν κρινόταν η ίδια η ύπαρξη ή διάλυση του ΚΚΕ με τα χαρακτηριστικά που παραδοσιακά το προσδιόριζαν.

Η σαρωτική περεστρόικα

Ο άνεμος της περεστρόικα του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στην ΕΣΣΔ σάρωνε απ’ άκρου εις άκρον τα κομμουνιστικά κόμματα σε όλη την υφήλιο, ενώ η κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου το 1989 άνοιγε τον ασκό του Αιόλου για τις χώρες του πάλαι ποτέ “ανατολικού μπλοκ”.

Οι δύο αντίπαλοι πολιτικοί και ιδεολογικοί πόλοι που συγκροτήθηκαν στο εσωτερικό του ΚΚΕ ήρθαν σε ευθεία ρήξη ως προς τον χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία του ιστορικού κόμματος υπό το φως των συντελούμενων ανατροπών, οι οποίες προσδιόρισαν την πολιτική του όπως αυτή αποτυπώθηκε στο Κοινό Πόρισμα ΚΚΕ – ΕΑΡ (1989) υπό τις ηγεσίες του Χαρίλαου Φλωράκη και του Λεωνίδα Κύρκου αντιστίχως και το οποιο άνοιγε τον δρόμο για τη συγκρότηση του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου (1989).

Η συγκυβέρνηση με τη ΝΔ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (Ιούνιος 1989) υπό τον Τζαννή Τζαννετάκη και η συμμετοχη στην οικουμενική κυβέρνηση υπό τον Ξενοφώντα Ζολώτα από κοινού με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου (Νοέμβριος του 1989) σηματοδοτούσαν τη ριζική μετατόπιση του ΚΚΕ και όξυναν τις εσωτερικές αντιθέσεις, οι οποίες εκφράστηκαν αρχικά με τη δημόσια διαφωνία του ιστορικού στελέχους Κώστα Κάππου κατά την ανάγνωση των προγραμματικών δηλώσεων της συγκυβέρνησης Τζαννετάκη και ακολούθως με την ανταρσία της ΚΝΕ υπό τον Γιώργο Γράψα και την αποχώρηη μερίδας στελεχών της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος που ασκούσαν ασφοδρή κριτική για “δεξιά” παρέκκλιση και υποταγή του στο αστικό σύστημα.

Ταυτόχρονα άρχισε να κλιμακώνεται η εσωκομματική διαπάλη για το μέγα ζητούμενο που δεν ήταν άλλο από τον εκσυγχρονισμό και την ανανέωση του ΚΚΕ και τον ρόλο που καλούνταν να διαδραματίσει στο πλαίσιο του ΣΥΝ ως βασικός πυλώνας του.

“Δύο κόμματα” στην ίδια στέγη

Σε συνθήκες ακραίας εσωκομματικής πόλωσης από την κορυφή του κόμματος ως τη βάση του, η πρωτόγνωρη φραξιονιστική δράση και οι ομαδοποιήσεις δίχασαν οριζοντίως και καθέτως το ΚΚΕ σε βαθμό οριακό. Στην πραγματικότητα δρούσαν δύο παράλληλα “κόμματα” κάτω από την ίδια στέγη, δίνοντας μια ανελέητη μάχη για την επικράτηση στο επίπεδο των εσωτερικών συσχετισμών – από τις απλές οργανώσεις έως την Κεντρική Επιτροπή και το Πολιτικό Γραφείο. Τα δυο στρατόπεδα – “ανανεωτικοί” και “δογματικοί” – συγκρούστηκαν ανελέητα στην πορεία προς το καθοριστικό 13ο Συνέδριο προκειμένου να ελέγχουν την απαραίτητη πλειοψηφία των αντιπροσώπων σε αυτό, πράγμα απαραίτητο τόσο για τη λήψη πολιτικών αποφάσεων όσο και για τη συγκρότηση των ανώτατων καθοδηγητικών οργάνων.

Ο κρίσιμος παράγοντας για την έκβαση της διαμάχης ήταν αναμφισβήτητα ο Χαρίλαος Φλωράκης και η παλαιά φρουρά του κόμματος. Αν και ο ίδιος επιθυμούσε να αποφευχθεί η διαφαινόμενη διάσπαση του κόμματος και παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν στην κατεύθυνση αυτή, η ρήξη δεν αποφεύχθηκε.

Σε εξαιρετικά βαρύ κλίμα, παρά την πανηγυρική ατμόσφαιρα που είχε η έναρξη του Συνεδρίου στην κλειστή αίθουσα του Ολυμπιακού Σταδίου, παρουσία του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη που είχε αναδειχθεί στις εκλογές της 8ης Απριλίου 1990 (ήταν ο πρώτος και ο τελευταίος έλληνας πρωθυπουργός που παραβρέθηκε σε συνέδριο του ΚΚΕ), εκπροσώπων όλων των κομμάτων, ακόμα και του τότε αμερικανού πρεσβευτή Μάικλ Σωτήρχου, η σύγκρουση ήταν ανελέητη. Από τα 111 μέλη της Κεντρικής Επιτροπής που εξελέγησαν στο Συνέδριο εκείνο τα 58 ανήκαν στην “ορθόδοξη” πτέρυγα και τα 53 στους “ανανεωτικούς”, ενώ στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής για την εκλογή του νέου γενικού γραμματέα, επί 110 παρόντων η Αλέκα Παπαρήγα συγκέντρωσε 57 ψήφους έναντι 53 που έλαβε ο εκ των “ανανεωτικών” Γιάννης Δραγασάκης.

Η στήριξή της από τον Χαρίλαο Φλωράκη και την παλαιά φρουρά ήταν καθοριστική.

Η διατήρηση των αρχών και των συμβόλων του ΚΚΕ υπερίσχυσε των φωνών εκείνων που ήθελαν την ανανέωση του κόμματος και την προσαρμογή του στις νέες συνθήκες της εποχής. Απέμενε η τελική πράξη του δράματος.

Το διαζύγιο και με τον ΣΥΝ

Η εσωκομματική διαπάλη συνεχίστηκε με σημείο αναφοράς πλέον τον ΣΥΝ και τη μετεξέλιξή του σε ενιαίο κόμμα, όπως επεδίωκαν οι “ανανεωτικοί”, οι οποίοι μπορεί να έχασαν στο Συνέδριο, ωστόσο είχαν μαζί τους το μισό κόμμα. Για τη νέα ηγεσία του ΚΚΕ, ωστόσο, κρινόταν η αυτοτελής ύπαρξη και λειτουργία του κόμματος.

Στην Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής, που πραγματοποιήθηκε το δεύτερο μισό του Ιουνίου 1991 και διήρκεσε 14,5 ώρες (!), επιβεβαιώθηκε το απόλυτο αδιέξοδο. Στελέχη της “ανανεωτικής πτέρυγας” κατήγγειλαν το “ανώμαλο εσωκομματικό καθεστώς”. Η Μαρία Δαμανάκη, διάδοχος του Χαρίλαου Φλωράκη στο “τιμόνι” του ΣΥΝ, παραιτήθηκε από το Πολιτικό Γραφείο, ενώ καθαιρέθηκαν οι Παναγιώτης Λαφαζάνης, Μίμης Ανδρουλάκης, Δημήτρης Καραγκουλές, Θανάσης Καρτερός κ.ά. και αποφασίζεται η μετατροπή του σε ενιαίο κόμμα αλλά χωρίς το ΚΚΕ.

Μάλιστα όσοι επέλεξαν να συμμετέχουν στον ΣΥΝ αποκλείστηκαν από το κόμμα: 39 μέλη της ΚΕ και 5 βουλευτές τίθενται σε διαθεσιμότητα, ενώ στην Ολομέλεια του Σεπτεμβρίου 1991 αποφασίστηκε ότι όλοι οι παραπάνω αλλά και όσοι ακόμα παρέμεναν στο κόμμα αλλά με το άλλο “πόδι” στον ΣΥΝ είχαν θέσει εαυτόν εκτός κόμματος.

Έτσι ολοκληρωνόταν η διάσπαση του ΚΚΕ, το οποίο παρέμενε σε επίπεδο στελεχών αλλά και οργανωμένων δυνάμεων φανερά αποδυναμωμένο, κατορθώνοντας ωστόσο με τον χρόνο να ανασυγκροτηθέι και να σταθεί εκ νέου στα πόδια του.

Από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΤΟ ΒΗΜΑ