Συνδρομητικές υπηρεσίες: ήρθαν για να μείνουν

Από τις ταινίες και τις ειδήσεις μέχρι την πρόσβαση σε αποκλειστικά προϊόντα, οι συνδρομητικές υπηρεσίες κερδίζουν συνεχώς έδαφος τα τελευταία χρόνια. Ανάπτυξη που αναμένεται να συνεχιστεί και στo μέλλον.

Του Νίκου Μουμούρη

Οταν τη δεκαετία του ‘90 η Wall Street Journal ξεκινούσε τη λειτουργία της διαδικτυακής της έκδοσης εγκαινιάζοντας από την πρώτη κιόλας ημέρα το μοντέλο των συνδρομών πολλοί θεώρησαν πως η ναυαρχίδα του αμερικανικού οικονομικού Τύπου θα βούλιαζε σε μια θάλασσα όπου όλες οι εφημερίδες έδιναν το περιεχόμενό τους δωρεάν στους χρήστες.  

Σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα από τότε, το συνδρομητικό μοντέλο οριοθετεί μια περιοχή του διαδικτύου όπου το δικαίωμα στην πρόσβαση εξαρτάται από τη διάθεσή σου να πληρώσεις με πραγματικό χρήμα και όχι με έκθεση σε διαφήμιση. Πού όμως οδηγούμαστε; 

Ήδη πριν από την εκδήλωση της πανδημίας του κορωνοϊού η συνδρομητική οικονομία είχε να παρουσιάσει ουκ ολίγες ιστορίες επιτυχίας. Το Netflix, το Spotify, η Wall Street Journal, οι Financial Times είναι μερικές μόνο περιπτώσεις που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως την κορυφή ενός παγόβουνου, όπου ο μεγαλύτερος όγκος είναι αθέατος. Η εταιρεία Zuora που παρακολουθεί τον κόσμο της συνδρομητικής οικονομίας από τη στιγμή που εκείνος απέκτησε δυναμική διαπιστώνει πως με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Μαρτίου 2021 ο δείκτης που καταγράφει την ανάπτυξη του κλάδου παρουσιάζει αύξηση 435% τα τελευταία εννέα χρόνια, έναντι 130% αύξησης του δείκτη S&P500.  

Εξίσου ενδιαφέροντα στοιχεία από την έκθεση της Zuora. Μετά από μία προσωρινή ανακοπή της ανόδου των συνδρομητικών υπηρεσιών οι δείκτες ανάπτυξης έχουν επανέλθει (ή ξεπεράσει) στους αντίστοιχους της προ covid περιόδου (SEI: Subscription Economy Index).

Βεβαίως το μεγαλύτερο τμήμα της αύξησης οφείλεται στη μετάβαση παραδοσιακών δραστηριοτήτων στο διαδικτυακό περιβάλλον κυρίως όσον αφορά στην ψυχαγωγία. Ωστόσο δεν λείπει και ο τομέας της παραγωγικότητας με εταιρείες όπως η Adobe ή η Microsoft να προσφέρουν τα προϊόντα τους με μια μηνιαία συνδρομή – προοπτική ιδιαιτέρως ελκυστική για την περίπτωση του χρήστη που δεν έχει μόνιμη ανάγκη χρήσης ενός προγράμματος όπως είναι το Photoshop ή το Excel. 

Βεβαίως η παρατήρηση που εύλογα θα γίνει εδώ είναι ότι σε πάρα πολλές περιπτώσεις εφαρμογών που παρέχονται είτε ως κλασικό προϊόν με εφάπαξ πληρωμή είτε ως συνδρομητική υπηρεσία, υπάρχουν οι εναλλακτικές εφαρμογές του ανοικτού λογισμικού που παρέχονται, στη συντριπτική τους πλειονότητα, δωρεάν.

Ωστόσο στην ψυχαγωγία και την ενημέρωση είναι σαφές πως απέχουμε πολύ ακόμα από ένα ευρείας χρήσης και αποδοχής μοντέλο open-source, όμοιο με εκείνο που δημιούργησαν το Linux,  το OpenOffice  ή το Gimp. Ο λόγος είναι σαφής, το προϊόν που διαθέτουν οι Neftlix, Amazon, Disney και λοιπές οπτικοακουστικές δυνάμεις, δεν έχει ανταγωνιστή. Το ίδιο συμβαίνει και για όσους χρειάζονται τις συνδρομητικές υπηρεσίες των New York Times, του Bloomberg ή πολλών ακόμα πηγών ενημέρωσης. Μπορεί, βέβαια, να περιμένει κανείς μια αναδημοσίευση αλλά στην ουσία είναι το ίδιο πράγμα με το να περιμένει να πέσουν ψίχουλα από το τραπέζι. 

Η πανδημία και τα μέτρα που ακολούθησαν για την ανάσχεσή της κάθε άλλο παρά φρενάρουν την τάση υπέρ των συνδρομητικών υπηρεσιών. Πλατφόρμες όπως το Netflix ωφελήθηκαν ιδιαίτερα από την υποχρεωτική παραμονή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στο σπίτι, η πλειονότητα των οποίων μάλλον δεν θα κόψει τη συνδρομή του όταν ομαλοποιηθεί η κατάσταση. 

Το δωρεάν απέτυχε

Η ανάπτυξη των συνδρομητικών υπηρεσιών αποτελεί μια έμμεση αλλά σαφέστατη παραδοχή της αποτυχίας του διαφημιστικού μοντέλου. Υποτίθεται πως οι δημιουργοί περιεχομένου θα έβγαζαν τα λεφτά τους από την προβολή διαφημίσεων στις σελίδες τους, αυτή ήταν σε πολύ αδρές γραμμές η αόριστη εκτίμηση που υπήρχε στην τελευταία πενταετία του 20ου αιώνα. Οι εκδότες έσπευσαν να τοποθετηθούν στη διαδικτυακή αγορά αλλά οι προσδοκίες (ή ευχές) δεν επιβεβαιώθηκαν. Η άνοδος της online διαφήμισης ωφέλησε τους ιδιοκτήτες των συστημάτων διαχείρισης, κυρίως την Google και το Facebook, που εκμεταλλεύονταν την ανάγκη των παραγωγών περιεχομένου να διαφημιστούν και, παράλληλα, λάμβαναν τη μερίδα του λέοντος από τις διαφημίσεις που προβάλλονταν σε ενημερωτικά και ψυχαγωγικά outlets. 

Ο πρόσφατος “πόλεμος” στην Αυστραλία μεταξύ της κυβέρνησης της χώρας και των Google – Facebook  για τον νόμο με τον οποίο οι πλατφόρμες υποχρεώνονται να αμείβουν τους εκδότες έληξε με τις ψηφιακές υπερδυνάμεις να πραγματοποιούν σημαντικές υποχωρήσεις σε σχέση με την άτεγκτη στάση που είχαν τηρήσει αρχικά.  

Όμως αυτά λίγο ενδιαφέρουν τον μέσο χρήστη που εκτός από την πληρωμή του για την πρόσβαση στο διαδίκτυο, καλείται να βάζει το χέρι στην τσέπη ξανά και ξανά κάθε μήνα για να έχει πρόσβαση σε πηγές ενημέρωσης και ψυχαγωγίας ή σε υπηρεσίες που είναι συνδεδεμένες με την ασφάλεια και τις μετακινήσεις. Άλλωστε το μοντέλο των συνδρομών δεν είναι συνδεδεμένο μόνο με τον online κόσμο και τις συνήθειές μας στο ψηφιακό περιβάλλον.

Ο λογαριασμός

Μία μελέτη του 2018 από την ολλανδική ασφαλιστική εταιρεία ING είχε δείξει πως κατά μέσο όρο ένα ευρωπαϊκό νοικοκυριό δαπανά 130 ευρώ τον μήνα σε συνδρομητικές υπηρεσίες. Ο όρος περιλαμβάνει τα πάντα, από τις τηλεπικοινωνιακές συνδέσεις έως τις μηνιαίες χρεώσεις για ψυχαγωγία, ενημέρωση, λογισμικό κ.τ.λ.  Από τα 350 δισ. ευρώ της ευρωπαϊκής αγοράς συνδρομητικών υπηρεσιών του 2018 τα 240 δισ., ποσοστό 68,5%, αφορούν σε υπηρεσίες,  ενώ τα υπόλοιπα κατανέμονται σε διαρκή αγαθά (π.χ. leasing αυτοκινήτου)  και σε χρεώσεις για καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες ενημέρωσης, παραγωγικότητας και  ψυχαγωγίας.

Η ίδια μελέτη είχε δείξει πως η ανατολική και η νότια Ευρώπη είναι οι περιοχές όπου το συνδρομητικό μοντέλο έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να τύχει θετικής αποδοχής από τους καταναλωτές. 

Σήμερα, τρία χρόνια μετά από εκείνη τη μελέτη και με την πανδημία να έχει μεταβάλλει ριζικά τις καταναλωτικές συνήθειες, η συνδρομητική οικονομία δείχνει να έχει αποκτήσει ιδιαίτερη δυναμική. Σε έρευνα της Paysafe με δείγμα 8.000 καταναλωτών το 53% παραδέχθηκε πως οι συνδρομητικές υπηρεσίες είναι πιο βολικές σε σχέση με άλλα μοντέλα συναλλαγής και χρέωσης.

Η Paysafe παρατηρεί πως δεν είναι μόνο εταιρείες όπως η Neftlix ή η Amazon που ζουν από τις συνδρομές. Μεγάλες δυνάμεις της παραδοσιακής οικονομίας όπως η Coca-Cola δοκιμάζουν συνδρομητικές υπηρεσίες για τους πολύ πιστούς πελάτες τους. Η μεγάλη εταιρεία αναψυκτικών εγκαινίασε στα τέλη του 2019 την πλατφόρμα Insiders Club με κατ’ οίκον παράδοση και με δυνατότητα πρόσβασης των συνδρομητών σε νέα προϊόντα της εταιρείας, ενώ συνδρομητικές υπηρεσίες έχουμε δει ακόμα και σε είδη ατομικής υγιεινής όπως είναι για παράδειγμα τα ξυραφάκια της Gilette. 

Στον αναλογικό κόσμο στα μέσα του 20ου αιώνα η συνδρομή ήταν ένα μοντέλο πωλήσεων που ήταν περιορισμένο σε υπηρεσίες, όπως οι ασφάλειες ή οι εφημερίδες και τα περιοδικά. Στα μέσα του 21ου αιώνα όλα δείχνουν πως ολοένα μεγαλύτερο μέρος του οικιακού προϋπολογισμού θα κατευθύνεται σε επαναλαμβανόμενες πληρωμές τόσο για υπηρεσίες όσο και για προϊόντα. Στη χώρα μας, για την ώρα, το συνδρομητικό μοντέλο αφορά κυρίως σε υπηρεσίες ωστόσο κρίνοντας από τη διεθνή τάση είναι απλά θέμα χρόνου για να δούμε την οικονομία των συνδρομών για αντικείμενα όπως τα… ξυραφάκια, να πραγματοποιεί και αυτή (μετά την οικονομία διαμοιρασμού) αισθητή την παρουσία της στην ελληνική αγορά. 

Πηγή: 2045.gr