Του ΝΙΚΟΥ Χ. ΒΙΚΕΤΟΥ
ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ ΠΟΥ
ΠΡΩΤΟΚΑΤΟΙΚΗΣΑΝ ΣΤΟΝ ΒΥΡΩΝΑ
Για την Ελληνίδα της Σμύρνης κατά τον 19ο αιώνα μέχρι το 1922, έχει γίνει πολύς λόγος και έχουν δημιουργηθεί ισχυρά στερεότυπα, τα οποία εν πολλοίς αλλοιώνουν την πραγματική της εικόνα. Από τα χαρακτηριστικά της άλλα υπερτονίστηκαν, άλλα αποσιωπήθηκαν ή αγνοήθηκαν και ορισμένα σχολιάστηκαν με κάποια σκωπτική διάθεση που δημιούργησαν στη μεταπροσφυγική Ελλάδα οι προκαταλήψεις εναντίον των Μικρασιατών, η ίδια η Σμυρνιά δε έγινε αντικείμενο χλευασμού και ύβρεων που ο απόηχός τους έφτασε, δυστυχώς, μέχρι τις μέρες μας.
Μια που στο Βύρωνα, τον πρώτο αστικό προσφυγικό συνοικισμό της χώρας, η συντριπτική πλειοψηφία των πρώτων κατοίκων του ήταν πρόσφυγες από τη Σμύρνη και την ευρύτερη περιοχή της Ιωνίας με τις γυναίκες να υπερτερούν πληθυσμιακά των ανδρών, θεωρήσαμε πως χρήσιμο θα ήταν για τους αναγνώστες της φιλόξενης εφημερίδας «Δήμος & Πολιτεία» να ρίξουμε λίγο φως στην αθέατη πλευρά των γυναικών της Σμύρνης, που δεν είχε σχέση με την ομορφιά και τον χαρακτήρα των γυναικών, στοιχεία που αναγνωρίζονταν από Έλληνες και ξένους περιηγητές μόλις έφταναν στο λιμάνι της ιωνικής πρωτοπολιτείας.

Η θέση της Ελληνίδας στην οικογένεια
Στην ελληνική κοινωνία της Σμύρνης η γυναίκα είχε ένα αυστηρά καθορισμένο ρόλο να επιτελέσει. Εκείνον της συζύγου, της μητέρας και της νοικοκυράς. Ο κόσμος της είναι το σπίτι της, που αποτελεί φροντίδα και κόσμημά της. Κύρια μέριμνα της γυναίκας ή της ανύπαντρης κόρης, ακόμα και στις περιπτώσεις εκείνες που υπήρχε υπηρέτρια για διάφορες οικιακές εργασίες ή τροφός για την ανατροφή των παιδιών, αποτελούσε το νοικοκυριό.
Στη γυναίκα – μάνα είχε ανατεθεί η ευθύνη για την εθνική και ηθική διαπαιδαγώγηση των παιδιών της. «Ο πατέρας έμαθε τα πρώτα γράμματα από τη μητέρα του. Εκείνη Σπαρτιάτισσα, του μετέδωσε το και την αγάπη στην πατρίδα και το Θεό. Τον υποχρέωνε, για χρόνια, να διαβάζη απ’ την αρχή ως το τέλος την Ηρωίδα της Ελληνικής Επαναστάσεως του Ξένου. Αυτό το βιβλίο το είχε σαν Ευαγγέλιο. Ντυμένο με μεταξωτό πανί κι’ ένα σταυρό κεντημένο στη μέση….» γράφει στα απομνημονεύματά της η Σμυρναία δέσποινα Άρτεμις Λέλλου – Αθηνογένη.
Μέσα από την προφορική παράδοση η Ελληνίδα της Σμύρνης καλλιεργούσε την πίστη για την ποθούμενη μέρα του λυτρωμού του Γένους και διατηρούσε τον εθνισμό των παιδιών με την ανάγνωση ανάλογων εξωσχολικών βιβλίων ή, με το ράψιμο της στολής του Έλληνα ναύτη και το καπέλο για τα αγόρια, στην κορδέλα του οποίου ήταν γραμμένο το όνομα του θρυλικού «Αβέρωφ».
Οι σχέσεις μεταξύ των συζύγων καθορίζονταν από τη βασική αρχή ότι ο άνδρας είναι «ο φυσικός της γυναικός και του οίκου προστάτης, πανταχού ηγούμενος και συμβουλεύων». Μία από τις λόγιες γυναίκες της Σμύρνης η Ουρανία Τιμαγένους, σύζυγος του δημοσιογράφου Μιλτιάδη Σεϊζάνη, μιλώντας στο περιοδικό «Ανατολή» λέει: «Οι άνδρες απαξιούν να καταστήσουν κοινωνούς του βίου των τας γυναίκας. Τας περιορίζουν εις τας οικιακάς των φροντίδας, ούτε ανακοινώνουν εις αυτά τίποτε, ακόμη και εξ όσων αποβλέπουν εις την εργασίαν των. Εάν αι εργασίαι των ευδοκιμούν ή όχι το αποκρύπτουν από τας συζύγους των με την πρόφασιν ότι αυτό δεν πρέπει ή δεν δύναται να ενδιαφέρει ή διά να μην τας ανησυχήσουν εν η περιπτώσει αυταί δεν πηγαίνουν ευχάριστα».
Η διαφορά των φύλων καθόριζε τις κοινωνικές σχέσεις και τις θρησκευτικές υποχρεώσεις. Την παραμονή των Χριστουγέννων μεταλαβαίνανε τα μεγάλα κορίτσια και οι γυναίκες, ανήμερα δε της γιορτής οι άνδρες. Την Πρωτοχρονιά οι γυναίκες έπρεπε να μείνουνε όλη μέρα στο σπίτι για να καλοδεχτούνε «τα βίζιτα». Για τη συνήθεια αυτή, που απ’ όσα θυμάμαι διατήρησαν οι Σμυρνιοί πρόσφυγες σαν έφτασαν στην Ελλάδα, η Όλγα Βατίδου γράφει: «Υπήρχε και η πρόληψη πως [οι γυναίκες] ήταν κακοπόδαρες και δεν τις δεχόταν η κάθε οικογένεια, καθώς δεν δεχόταν τους γιατρούς και τους άνδρες που είχαν χηρέψει μέσα α’ εκείνο το χρόνο».
Στις κηδείες οι γυναίκες παρακολουθούσαν την νεκρώσιμη ακολουθία στο ναό και ποτέ την εκφορά του νεκρού στο νεκροταφείο.
Τα σμυρνιοκόριτσα στις μικρές ηλικίες του χειμώνα έπαιζαν μέσα στο χωλ του σπιτιού και το καλοκαίρι μπροστά στην εξώπορτα, αν από το δρόμο τους δεν περνούσαν άμαξες και αραμπάδες. Εκτός από τα μικτά παιχνίδια (το κυνηγητό, το κρυφτό, τις γωνίτσες κ.ά.), τα κορίτσια είχαν τα δικά τους παιχνίδια (ατομικά και ομαδικά) το σκοινάκι και την μπερλίνα. Τα μεγάλα κορίτσια, όταν τελείωναν τις δουλειές του σπιτιού, είχαν ως διασκέδασή τους τα εργόχειρα, τα κεντήματα, το πλέξιμο (πιτσίλι, κροσεδάκι), το τορσόν (κοπανάκι) και τα λευκώματα.
Το ηθικό πορτρέτο της γυναίκας ήθελε το κορίτσι σεμνό, ντροπαλό, εξυπηρετικό και ευγενικό. Από τα πρώτα μαθήματα ηθικής που έπαιρναν τα σμυρνιοκόριτσα στα «σπιτικά σχολεία» ήταν ότι θα έπρεπε να κατεβάζουν τις ποδίτσες τους κάτω από τα γόνατα σαν κάθονταν, ελλείψει πάγκων, στο πάτωμα του σπιτιού «σταυροπόδι».
Τα ερωτικά ειδύλλιά της άρχιζαν πολλές φορές στους περιπάτους στην Πούντα και στο ερημικό Σεκί του Κουκλουτζά, που αποτελούσε την «ερωτική φωλιά» της αριστοκρατικής νεολαίας της Σμύρνης. Τα ραβασάκια δεν ήταν άγνωστα, το ίδιο και τα κόρτε σε κάποιο απόμερο ντουρσέκι ή σοκάκι, αλλά και σε κεντρικά σημεία – περάσματα των κοριτσιών, όπως μπροστά από τα καταστήματα νεωτερισμών του «Ξενόπουλου» και τον «Μπον Μαρσέ», το ζαχαροπλαστείο Γαβριήλ ή στον εξώστη κάποιου λαϊκού κινηματογράφου‧ ακολουθούσαν οι καντάδες των ερωτευμένων νέων με τη συνοδεία παιγνιδιατόρων κάτω από το παράθυρο ή το μπαλκόνι της αγαπημένης τους για να εκφράσουν τα αισθήματά τους.

Η ηθική των Ελληνίδων της Σμύρνης
Η κοινωνική συμπεριφορά της Ελληνίδας υπάκουε σε αξίες, ήθη και αντιλήψεις που είχαν τις ρίζες τους στην παραδοσιακή κουλτούρα των Ελλήνων της Ανατολής.
Η διατήρηση της αξιοπρέπειας και της τιμιότητας στο γάμο ήταν από τις πιο σπουδαίες αρετές για την γυναίκα. «Εις την Σμύρνην η σύζυγος, η μήτηρ, είναι σύζυγος και μήτηρ. Θεωρεί ευτυχή τον εαυτό της, όπου ευρίσκεται. Την ημέραν εκείνη την επίσημον του γάμου τηςπας λογαριασμός μετά του παρελθόντος μετά παντός ότι δεν καλείται οικογένεια εκλείσθη», γράφει ο δικηγόρος και ποιητής Μιχαήλ Αργυρόπουλος.
Για την πατριαρχική οικογένεια της Σμύρνης, η εγκατάλειψη της συζυγικής κλίνης από τη γυναίκα θεωρείτο βαρύτατη παρεκτροπή και συναντούσε την αποδοκιμασία της κοινής γνώμης. Όταν τον Οκτώβριο του 1906 σημειώθηκε η «απαγωγή» της Κυβέλης από τον Κώστα Θεοδωρίδη, ο σμυρναϊκός Τύπος ασχολήθηκε εν εκτάσει με το θέμα και, μολονότι αγαπούσε τη γνωστή ηθοποιό, που φέρεται να είχε γεννηθεί στη Σμύρνη, την επέκρινε γιατί εγκατέλειψε τον άνδρα της, τον επίσης Σμυρναίο ηθοποιό Μήτσο Μυράτ, με τον οποίο είχε αποκτήσει δύο παιδιά και έφυγε με τον Θεοδωρίδη για το Παρίσι.
Η επιμιξία με αλλόπιστο αν και δεν ήταν άγνωστη, αποτελούσε εν τούτοις καταδικαστέο κοινωνικό παράπτωμα και ξεσήκωνε την κατακραυγή της χριστιανικής κοινότητας, καθώς θεωρείτο ότι στρεφόταν κατά της τιμής του Γένους. Στο επεισόδιο που συνέβη στο χωριό Κιλισμανί της Ιωνίας το 1880, η Έλλη, σύζυγος του Γιάννη Προβόλα ή Πρεβόλα, αποδοκιμάστηκε έντονα από την ελληνική κοινωνία της Σμύρνης, γιατί αγάπησε τον Τούρκο αστυνομικό διοικητή (κομισέρη) των Βουρλών. Χαρακτηριστικοί είναι οι ακόλουθοι στίχοι από το γνωστό μικρασιατικό τραγούδι, που διασώθηκε μέχρι τις μέρες μας.
Η Έλλη θέλει σκότωμα με δίκοπο μαχαίρι
που πήε και ηγάπησε τον Τούρκο κομισέρη
…………………………………………….
Έλλη, μωρή ΄Έλλη,
κανένας δεν σε θέλει,
γιατί είσαι φιλημένη
από τον κομισέρη
………………………………………………
Κρίμα σε σένα Έλλη, κρίμα στην ομορφιά σου,
ρεζίλεψες τον άντρα σου και τα πεθερικά σου
(Συνέχεια στο επόμενο τεύχος)











