
ΛΑΖΑΡΟΥ ΜΝΗΜΗ
Του Δημήτρη Βασιλείου
Χρόνια έψαχνα, κι’ ακόμα ψάχνω,
έναν φίλο για να βρω,
όπως ο Λάζαρος εκείνος.
Τίποτα όμως!
Χαθήκαν οι θαυματουργοί
ή ήταν παραμύθι;
Όσες φορές κι’ αν έστησα καρτέρι
πάνω απ’ τους τάφους εκείνων,
υπόσχεση που είχαν λάβει
για φωτεινή ανάσταση,
ποτέ δεν άκουσα το «δεύρο έξω».
Τα μνημόσυνα συνεχίζονται!
Ρώτησα τους ειδήμονες,
τους τελετάρχες των ετησίων αναστάσεων,
και με γλυκειά φωνή μου είπαν:
«Περίμενε και προσευχήσου,
θα ’ρθεί μια δεύτερη ζωή!»
Έσκαψα στου χρόνου το βάθος,
καμιάν ανάσταση δεν βρήκα,
κανείς δεν έζησε για δεύτερη φορά!
Ώσπου μια μέρα,
στο κέντρο της πόλης,
σ’ ένα στενό,
πιο πέρα απ’ την πλατεία,
που τη φτώχεια τους είχαν απλωμένη
άνεργοι και μετανάστες,
συνάντησα τον Ποιητή,
αυτόν, που όλοι λέγανε τρελό,
τον αποσυνάγωγο των σαλονιών
της καθωσπρέπει ποίησης
και μ’ όλο τον καημό μου ρώτησα:
«Θα βρούμε κάποτε αυτόν
που θα μας αναστήσει;»
Βαθιά με κοίταξε στα μάτια
και με φωνή που θύμιζε
τον ερχομό της Άνοιξης, μου είπε:
«Δεν θα βρεθεί ποτέ, κανείς,
κανέναν ν’ αναστήσει!
Η ίδια σου η ζωή και η ανάστασή σου,
πίστεψέ με και πες το και στους άλλους,
μέσα στα χέρια τα δικά σας είναι.
Προσέξτε,
μη σας κόψουνε τα χέρια!»
- 04. 2025











