Το πρόβλημα της ύδρευσης. Οι νερουλάδες

Πέρα από τη διατροφή και τη στέγαση το πιο σοβαρό από τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι πρώτοι κάτοικοι του Βύρωνα, ήταν το νερό. Τα μέτρα που λήφθηκαν για την ύδρευση ήταν ανεπαρκή. Στα χαμηλά σημεία έγιναν κάποιες γεωτρήσεις, π.χ. στην οδό Βοσπόρου – Ταταούλων, δύο στην οδό Μεσολογγίου, του Σιαφάκα και του Πράπα, μία στης Γριάς το Πήδημα στο τέλος της οδού Μαγνησίας κ.α. που ήταν ρέματα. Στις υψηλότερες περιοχές, όμως, το νερό το εμπορεύονταν οι λεγόμενοι «Νερουλάδες». Χρησιμοποιήθηκαν βέβαια και οι πηγές της Ζωοδόχου Πηγής και του Καρέα. Ανοίχτηκαν και κάποια ιδιωτικά πηγάδια. Μερικά μάλιστα απ’ αυτά υπάρχουν ακόμη. π.χ. στην πολυκατοικία μεταξύ των οδών Σωκίων και Κρυστάλλη, στη Μαγνησίας στο σπίτι του στρατηγού Γεννηματά, στη Ζωοδόχο Πηγή πάνω από το τέρμα του τρόλλεϋ, στη Μεσολογγίου απέναντι από του Λουκίδη και αλλού. Και πολλές γυναίκες στη Ν. Ελβετία , όπου δεν υπήρχαν σοκάκια με τα δημόσια πλυντήρια που περιγράψαμε παραπάνω, κατέβαιναν στης Γριάς το Πήδημα για να πλύνουν τα ρούχα τους. Όμως το καλοκαίρι το ρέμα ήταν ξερό.

Αλλά αυτά δεν ήταν βέβαια αρκετά. Η κατάσταση αυτή συνεχίσθηκε για περίπου 20 χρόνια. Μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1960 η τότε ΟΥΛΕΝ και σήμερα ΕΥΔΑΠ κατόρθωσαν να εφοδιάσουν με νερό όλο το Βύρωνα. Και όλα ξεκίνησαν από την εγκατάσταση στη Λ. Καρέα του πρώτου αντλιοστασίου της ΕΥΔΑΠ, που λειτουργεί μέχρι σήμερα.

Σημαντικός επίσης σταθμός στη λύση του προβλήματος υπήρξε η κατασκευή το 1961 δύο δεξαμενών, στη Φρυγία πλάι στο δάσος του Σκοπευτηρίου και στο λόφο της ΑΥΡΑΣ πλάι στο σπίτι της Ισιδώρας Ντάνκαν προς την πλευρά του Υμηττού.

Οι νερουλάδες, λοιπόν, ήταν τότε σημαίνοντα πρόσωπα. Χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες. Τους κλειδοκράτορες και τους μουλαράδες. Οι κλειδοκράτορες ήταν οι «αραχτοί». Κρατούσαν τα κλειδιά των γεωτρήσεων, που τις άνοιγαν ορισμένες ημέρες και ώρες και περίμεναν τις γυναίκες με τους γκαζοντενεκέδες να σταθούν πρώτα στην ουρά, να πληρώσουν και μετά να γεμίσουν. Στο μεταξύ οι ίδιοι κάθονταν παράμερα, έπιναν το καφεδάκι που τους κερνούσαν οι γειτόνισσες και μάζευαν τα λεφτά. Και επειδή βέβαια οι νερουλάδες δεν ήταν συνεπείς στην ώρα τους, είχαν κάτι τεράστιες κουδούνες σαν καμπάνες, τις χτυπούσαν και έτσι ειδοποιούσαν τις γυναίκες να μαζευτούν.

Γνωστός γραφικός κλειδοκράτορας νερουλάς ήταν στην Ανάληψη ο Σόλων ο νάνος. Και στη Ζωοδ. Πηγή ο γνωστός μας Χάμπος (Χαράλαμπος Γεωργιάδης), ο επιζήσας από το Μπλόκο του Βύρωνα το 1944. Ήταν μάλιστα και αρκετά γραφικός. Διαλαλούσε το εμπόρευμά του με τη φράση «μπούα – μπούα». Επίσης γνωστοί νερουλάδες ήταν ο Μηνάς Πανταζής στη Μ. Ασίας και ο μπαρμπα Θόδωρος.

Οι μουλαράδες ήταν πιο γραφικοί και μοχθούσαν πολύ περισσότερο. Γέμιζαν βαρέλια ή βυτία με νερό από τις γεωτρήσεις, τα φόρτωναν σε μουλάρια και ανηφόριζαν πεζοί στα υψώματα όπου δεν υπήρχαν γεωτρήσεις. Εκεί ξεφόρτωναν τα μουλάρια και γέμιζαν τους γκαζοντενεκέδες. Μερικές φορές, βέβαια, τα μουλάρια κλωτσούσαν, ανέτρεπαν και βαρέλια και ντενεκέδες και το νερό χυνόταν στο χώμα προς μεγάλη απογοήτευση όλων. Άλλες φορές πάλι τα μουλάρια υπερφορτωμένα δεν μπορούσαν να ανέβουν την ανηφόρα και χρειάζονταν σπρώξιμο. Γι’ αυτό και οι μουλαράδες είχαν και βοηθό, για να σπρώχνει τα μουλάρια και να μαζεύει και τα λεφτά. Έτσι το νερό των μουλαράδων ήταν ακριβότερο από εκείνο των κλειδούχων.

Υπήρχαν όμως και νερουλάδες με κάρο και άλογο. Πιο ευαίσθητο το άλογο τσινούσε συχνότερα. Ένα τέτοιο τζαναμπέτικο άλογο είχε ο Μήτσος ο Νερουλάς της περιοχής Βυζαντίου.Το κυνηγούσε από χωράφι σε χωράφι και όταν κατόρθωνε να το ηρεμήσει δεν υπήρχε σταγόνα νερό στα βυτία.

Μετά την απελευθέρωση άρχισαν να εμφανίζονται και μηχανοκίνητοι νερουλάδες με βυτιοφόρα φορτηγά. Πασίγνωστος στη Φρυγία ήταν ο Κοσμάς.
Ο πιο γραφικός αλλά και ο μακροβιότερος στο επάγγελμα μουλαράς – νερουλάς ήταν ο Κυριάκος. Είχε λύσει το πρόβλημα του βοηθού προσλαμβάνοντας τη γυναίκα του, τη Χαρίκλεια. Τροφοδοτούσε την περιοχή πάνω από το τέρμα της οδού Αγίας Σοφίας προς το βουνό. Ήταν μια γειτονιά αραιοκατοικημένη και στη μέση είχε μιαν αλάνα, που το 1955 ονομάστηκε Πλατεία Ελευθέρας Κύπρου. Είναι ακριβώς το μικρό κομμάτι που παραχωρήθηκε στο Δήμο Υμηττού, για ν΄ αποκτήσει κι’ εκείνος επαφή με το βουνό. Όταν τα μουλάρια αγκομαχούσαν στον ανήφορο, ο φαλλοκράτης Κυριάκος διέταζε τη γυναίκα του να τα σπρώξει φωνάζοντας «Σκίσου, Χαρίκλεια, για τον επιούσιο».

Υπήρχαν όμως και οι λεγόμενοι νεροκουβαλητές. Αυτοί που μετέφεραν τους κουβάδες με το νερό από τις βρύσες και τα μουλάρια στα σπίτια.
Η κατάσταση αυτή σε μερικές περιοχές κράτησε μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 60.

Αυτά, λοιπόν, τραβούσαν τότε οι Μικρασιάτισες για λίγο νερό. Και μ’ αυτό όχι μόνο ικανοποιούσαν όλες τις ανάγκες καθαριότητας, αλλά πότιζαν και τους κήπους, που πολλές τους είχαν μετατρέψει σε περιβόλια. Και είχαν και από πάνω τις Παλαιοελλαδίτισες να τις φωνάζουν «παστρικές», που ουσιαστικά σήμαινε «ανήθικες». Θεωρούσαν ότι πλένονταν συχνά, όχι γιατί έπρεπε να είναι καθαρές, αλλά τάχα γιατί είχαν έντονη ερωτική δραστηριότητα.

Απ’ το βιβλίο “90 χρόνια Βύρωνας” με την άδεια του συγγραφέως Απόστολου Κοκόλια

Photo ανεμουριον