H ελληνική πολυκατοικία που αντέχει στον χρόνο!!!

Τα ρετιρέ, τα μπλακόνια και οι επικοινωνία μεταξύ των κατοίκων.
Αφιέρωμα στις πολυκατοικίες των Αθηνών κάνει το περιοδικό Bloomberg, θαυμάζοντας την αυθαρσία τους στο πέρας του χρόνου. «Σε αυτές τις μέσες πολυκατοικίες των λίγων ή πολλών δεκάδων διαμερισμάτων χτυπάει η καρδιά της πόλης», είχε γράψει στην HuffPost Greece από την αρχή του χρόνου ο συγκοινωνιολόγος μηχανικός, Γιάννης Δημητρόπουλος.

Η πολυκατοικία της Αθήνας – διαμερίσματα από σκυρόδεμα με κλιμακωτά μπαλκόνια – χτίστηκε γρήγορα για να δημιουργήσει προσιτή στέγαση σε πολλούς, αλλά ο σχεδιασμός τους αντέχει ακόμα στον χρόνο, αναφέρει το οικονομικό περιοδικό.
Από μια πρώτη ματιά, τα ψηλά κτίρια των Αθηνών δεν αποτελούν ουσιαστική λύση σε μια σειρά από αστικά ζητήματα. Όμως, κατασκευάστηκαν γρήγορα και φθηνά – κυρίως από τη δεκαετία του 1950 έως τη δεκαετία του 1980 με ατελείωτες σειρές μπαλκονιών δίνοντας στην πόλη μια εμφάνιση αξιοσημείωτης συνοχής.

Μπορεί να στερούνται την κομψότητα των παλαιότερων νεοκλασικών κατοικιών της Αθήνας, αλλά έχουν συμβάλει στη δημιουργία μιας πόλης που είναι ζωντανή, κοινωνικά ενσωματωμένη και (μέχρι πρόσφατα) προσιτή, στην οποία η κατοικία των περισσότερων πολιτών προσφέρει γενικά καλές συνθήκες διαβίωσης. Και σε αυτή την πρωτοφανή κατάσταση που βίωνε η χώρα, σίγουρα υπήρχαν και οι όποιες παραφωνίες.
Όταν οι πολυκατοικίες εξαπλώθηκαν σε όλη την Αθήνα τη δεκαετία του 1950, το έκαναν σε μια πόλη με επείγουσες ανάγκες στέγασης και λίγα χρήματα για ουσιαστικές επενδύσεις. Εκείνη την εποχή, οι άνθρωποι έρχονταν κατά συρροήν στην Αθήνα από τις επαρχίες – ένα διευρωπαϊκό φαινόμενο που έγινε πιο έντονο στην Ελλάδα λόγω του εμφυλίου πολέμου – που έληξε τελικά το 1949 – δελεάζοντας πολλούς να εγκαταλείψουν την μερικώς κατεστραμμένη ύπαιθρο.Οι νέοι Αθηναίοι χρειάζονταν σπίτια γρήγορα, αλλά το κράτος δεν είχε τα χρήματα και τη θέληση για κατασκευές δημόσιας στέγασης, και οι τράπεζες προσέφεραν λίγα δάνεια.
Για να λύσουν αυτό τον γόρδιο δεσμό, οι Έλληνες δημιούργησαν το δικό τους σύστημα χρηματοδότησης που ονομάζεται «antiparochi» , στο οποίο οι εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων εξοικονομούσαν το κόστος αγοράς γης δίνοντας στους ιδιοκτήτες της ένα μερίδιο των κατασκευασμένων μονάδων όταν ολοκληρώθηκαν, αναφέρει αναλυτικά το άρθρο.
Ήταν ένα σύστημα ανάπτυξης κατοικίας από τη βάση προς τα πάνω που δεν δημιουργήθηκε από καμία αλλαγή του νόμου από την κυβέρνηση, αν και το κράτος προσέφερε κίνητρα για την κατασκευή, παρέχοντας φορολογικές ελαφρύνσεις, όπως δηλώνει και ο καθηγητής Αρχιτεκτονικής Πάνος Δράγγας.

Για να μειώσουν το κόστος, οι προγραμματιστές υιοθέτησαν ένα μοντερνιστικό μοντέλο κατασκευής – το σύστημα Dom-Ino που αναπτύχθηκε από το Le Corbusier , στο οποίο οι πυλώνες από σκυρόδεμα έδωσαν το έναυσμα για εσωτερικούς τοίχους. Στην Αθήνα, αυτό επέτρεψε τη δημιουργία ενός είδους μοντερνισμού.
Και το αποτέλεσμα ήταν κατοικίες που στέγαζαν ευτυχισμένους ανθρώπους. Με μπαλκόνια που χωρούσαν ένα τραπεζάκι για λίγο καθαρό αέρα, κοινόχρηστη κεντρική θέρμανση (καινοτομία σε όλη την Ευρώπη του 1950), ευρύχωρους κοινόχρηστους χώρους και εκπληκτικά συμπαγείς κατασκευές, ήταν η αλλαγή που έπρεπε να κάνει η ελληνική πρωτεύουσα.
Το κράτος συνέβαλε ελάχιστα ή και καθόλου μετρητά σε αυτά τα κτίρια, αλλά έθεσε όρια σε ορισμένες πτυχές του σχεδιασμού τους. Το πλαφόν του έκτου ορόφου, με αποτέλεσμα να χτιστούν πανέμορφα ρετιρέ, ήταν ένα από τα επίσης θετικά.

Οι πολυκατοικίες δεν ήταν φυσικά τέλειες. Αν και ο χρόνος φαίνεται να τους δικαιώνει, τα υδραυλικά και η μόνωση δεν ήταν πάντα στην εντέλεια, πολλές φορές ήταν προχειροδουλειές. Σε διαμερίσματα χαμηλότερης ποιότητας, ενδέχεται να υπάρχουν παράθυρα μόνο κατά μήκος του μπαλκονιού του διαμερίσματος, ενώ οι κουζίνες τους φωτίζονται μόνο από σκοτεινά φρεάτια. Αυτό το πρόβλημα πιθανότατα θα ήταν πιο έντονο σε μια πιο κρύα, βόρεια χώρα. Οι Έλληνες, που ζουν σε μια χώρα με ηλιοφάνεια όλο το χρόνο, συνήθως ενδιαφέρονται περισσότερο για τη διατήρηση της θερμότητας από το να αφήνουν να περνά το φως. Ακόμα και τις χειμερινές μέρες, πολλοί Αθηναίοι δεν ενοχλούν να σηκώσουν τις τέντες σκιάζοντας τα παράθυρα των διαμερισμάτων τους., εξηγεί το Bloomberg.
Η οικονομική κρίση της περιόδου 2007-2008 αποκάλυψε πιο σοβαρά προβλήματα – ιδίως πώς να διατηρηθούν τα διαμερίσματα ζεστά κατά την περίοδο του χειμώνα. Πολλοί Αθηναίοι που αντιμετώπισαν την ανεργία ή τη μείωση μισθού δεν μπορούσαν πλέον να αντέξουν τη χειμερινή θέρμανση. Και όταν κάποιοι την εγκατέλειπαν, το βάρος ήταν μεγαλύτερο για τους υπόλοιπους.

Το άρθρο κλείνει με την κοινωνικοποίηση που προσφέρει η πολυκατοικία. Η επικοινωνία με τους γείτονες, οι διάλογοι, οι εξυπηρετήσεις, η ζεστασιά, είναι ίσως ένα από τα βασικά συστατικά που αυτά τα κτίρια θα συνεχίζουν να στολίζουν την Αθήνα.
Και όπως κατέληγε και στο δικό του άρθρο ο κ. Δημητρόπουλος, ακόμη κι αν κάποιοι χαίρονται ανετότερα σπίτια, ας μην ξεχνάμε ότι η πολυκατοικία παραμένει κύτταρο της πόλης και αξίζει να την προσέχουμε λίγο περισσότερο, αυτήν και όσους (συχνά γονείς, φίλους ή παιδιά μας) ζουν μέσα σε αυτήν – αλλιώς θα πέσει (ίσως και κυριολεκτικά) να μας πλακώσει.