ΒΥΡΩΝΑΣ 4 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1943

ΕΛΑΣίτες του Βύρωνα με κράνη λάφυρα από Χωροφύλακες, Γερμανούς και δύο βρετανικού τύπου

Του Αποστόλη Κοκόλια

Οι Γερμανοί κατακτητές και ιδιαίτερα τα ΕΣ ΕΣ για να υποτάξουν το αντιστασιακό κίνημα στην Ελλάδα οργάνωσαν τα «Τάγματα Ασφαλείας». Εμπνευστής τους ο Υποστράτηγος Στροπ. Στην από 28/11/1943 ανακοίνωσή του γράφει: «Με την ανάληψη υπ’ εμού των καθηκόντων μου υπήγαγον υπό τας διαταγάς μου τα Τάγματα Ασφαλείας ευζώνων, την Ελληνικήν χωροφυλακήν και την αστυνομίαν…»

Ο όρκος τους ήταν: «Ορκίζομαι εις τον Θεόν τον άγιον τούτον όρκον ότι θα υπακούω απολύτως εις τας διαταγάς του ανωτάτου αρχηγού του Γερμανικού στρατού Αδόλφου Χίτλερ…» 

Κι’ όμως βρέθηκαν «Έλληνες που φόρεσαν τη φασιστική στολή και κατατάχθηκαν σ’ αυτά τα τάγματα δίνοντας αδίστακτα αυτό τον όρκο. Απόστρατοι στρατιωτικοί, αστυνομικοί και χωροφύλακες. Ο Υποδιοικητής των Ταγμάτων Κυριακού γράφει: «Ταγματασφαλίτες επελέγησαν αυστηρότατα από τους πλέον εθνικόφρονες πολίτες».

Διοικητής αυτών των  Γερμανοτσολιάδων ήταν ο Ταγματάρχης Ιωάννης Πλυτζανόπουλος. Έδρα του το στρατόπεδο Γουδή. Με τα τάγματα ευζώνων συνεργάστηκε και το μηχανοκίνητο τμήμα της Αστυνομίας του αστυνόμου Νικόλαου Μπουραντά. Ο μεγάλος όμως αριθμός των Ελλήνων στρατιωτικών και αστυνομικών αρνήθηκε αυτό το ρόλο. Ο αστυνόμος Χρ. Παπαναστασίου βεβαιώνει ότι από τους 3.500 αστυνομικούς οι 1.700 εντάχθηκαν στο ΕΑΜ. Όχι όμως και οι χωροφύλακες.

Στο Βύρωνα ο πρώτος και πιο γνωστός ταγματασφαλίτης ήταν ο αξιωματικός Τριαντάφυλλος Γκοτζαμάνης. Κατοικούσε σ’ ένα προσφυγικό σπίτι της οδού Ηλιουπόλεως 3 και Κύπρου. Αμέσως μετά την έκδοση της παραπάνω ανακοίνωσης του αρχηγού των ΕΣ ΕΣ ο Γκοτζαμάνης έσπευσε να καταταγεί στα τάγματα με το βαθμό του Ταγματάρχη. Φυσικά, είχε ήδη από καιρό εκδηλώσει ποικιλότροπα την αφοσίωσή του προς το Γερμανικό φασισμό και αυτό ήταν ήδη γνωστό. Οι υπεύθυνοι του ΕΑΜ αναζήτησαν τρόπο να τον αποτρέψουν από τον αντεθνικό του δρόμο ή και να τον απειλήσουν αν χρειαστεί. Και αν πρόβαλλε τη δικαιολογία ότι τον εξεβίαζαν οι Γερμανοί, ήταν αποφασισμένοι να μεταφέρουν όλη την οικογένειά του από το Βύρωνα.

Κάποιοι όμως, κατά τους ισχυρισμούς του ΕΑΜ, βιάστηκαν. Στις 4/12/1943 με δική τους (!) πρωτοβουλία ο Επονοελασίτης Μπάμπης Μπαγτζόγλου και ο Επονίτης ομαδάρχης Σοφοκλής Ζάκκας με έναν ακόμα «νεαρό» Επονίτη πήγαν άοπλοι στο σπίτι του Γκοτζαμάνη για να τον νουθετήσουν. Απ’ έξω έμεινε ο Επονίτης για να κρατάει «τσίλιες». Χτύπησαν την πόρτα και μπήκαν μέσα.

Αμέσως ο Γκοτζαμάνης έβγαλε το όπλο του, σκότωσε τον Μπαγτζόγλου και κατόπιν και τον Ζάκκα έξω από την πόρτα, όταν αυτός προσπάθησε να διαφύγει. Από τις σφαίρες του Γκοτζαμάνη, κατά τους ισχυρισμούς του ΕΑΜ, σκοτώθηκε και ένας «περαστικός» ο Αντώνης Απαρτόγλου. Ο τσιλιαδόρος Επονίτης ξέφυγε έντρομος και ειδοποίησε την τοπική ηγεσία του ΕΑΜ. Ο Γκοτζαμάνης, αργότερα, δικαιολογήθηκε ότι οι δύο νέοι τον απείλησαν με πιστόλια και γι’ αυτό τους σκότωσε.

Όμως, στην παραπάνω περιγραφή υπάρχει πειστικός αντίλογος. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η επίσκεψη αυτή δεν έγινε πρωτοβουλιακά και από άοπλους Επονίτες με σκοπό τη νουθεσία του. Ο Γκοτζαμάνης δεν ήταν από τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να συνετισθούν. Ο επικεφαλής της νεολαίας του ΕΔΕΣ στο Βύρωνα, Βύρων Νεγρεπόντης ισχυρίζεται ότι ο Ζάκκας πιέστηκε να πάει από τον Χρήστο Θάνο. Και οι τρεις «επισκέπτες» ήταν ένοπλοι και «για να τον σκοτώσουν πήγανε μωρέ, απλά ήταν άπειροι». (Βλ. Ιάσονα Χανδρινό και χειρόγραφο του μετέπειτα Προέδρου των Αντιστασιακών Βύρωνα, Μανόλη Ναυπλιώτη).

Άρα και ο Απαρτόγλου δεν ήταν «περαστικός» και δεν ήταν καθόλου νέος. Φαίνεται και από τη φωτογραφία που δημοσιεύουμε. Ήταν ο τσιλιαδόρος.

Αν, λοιπόν το ΕΑΜ, έστειλε στο σπίτι-φρούριο του Αρχιταγματασφαλίτη τρεις άπειρους και άοπλους νεαρούς Επονίτες για να τον νουθετήσουν, αυτό μόνο ως απίστευτη επιπολαιότητα μπορεί να χαρακτηριστεί. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό ότι οι τρεις αυτοί ενήργησαν αυθαίρετα, πράγμα απίθανο.

Την ίδια νύχτα στο Βύρωνα ξεχύθηκαν στίφη Ταγματασφαλιτών με τον Γκοτζαμάνη που οργίασαν συλλαμβάνοντας και κακοποιώντας πολλά στελέχη της αντίστασης: Γιάννης και Θεόδωρος Ιωάννου, Δημήτρης Δημητρίου, Σίμος Συμεωνίδης, Παναγιώτης Σπυρόπουλος, Γιώργος Καλλιγέρης. Ο Γκοτζαμάνης σε συνεχή δολοφονικό παροξυσμό ξεπέρασε και τα ΕΣ ΕΣ. Μετέφερε τους ανωτέρω στο στρατόπεδο Γουδή όπου εκτελέστηκαν. Μπροστά στο Γερμανό Διοικητή ο ίδιος σκότωσε με το όπλο του δύο ακόμα κρατούμενος Βυρωνιώτες αγωνιστές, τους αδερφούς Γιάννη και Θεόδωρο Συρίγο.

Φοβούμενος την αντίδραση του ΕΑΜ μετέφερε για ασφάλεια την οικογένειά του από το Βύρωνα μέσα στο στρατόπεδο Γουδή. Ο ίδιος εξελίχθηκε σ’ ένα σκληρό «αρχιδολοφόνο υπεύθυνο για εκατοντάδες καμένα σπίτια, χιλιάδες ομηρίες και σωρό εκτελέσεις στο Βύρωνα, τη Γούβα κ.λπ.» (Βλ. Ιασ. Χανδρινό). Ξαναφάνηκε στο Βύρωνα για να μετάσχει στο μπλόκο. Ποτέ δεν καταδικάστηκε για τα εγκλήματά του. Για το τριπλό φονικό στο σπίτι του έγινε Ε.Δ.Ε. που τον έκρινε αθώο ως ευρισκόμενο σε άμυνα. Πέθανε ήσυχα 86 ετών το 1982.