Βρετανικά τανκς στο Βύρωνα

Του Απόστολου Κ. Κοκόλια

Το Δεκέμβρη του 1944 ο ΕΛΑΣ Βύρωνα-Καισαριανής σήκωσε το μεγαλύτερο βάρος της επίθεσης των Βρετανών και των ντόπιων συνεργατών τους. Αρχικά οι δύο αδούλωτοι προσφυγοσυνοικισμοί κράτησαν μακριά τους εισβολείς, που υπολόγιζαν ότι η άλωση της Αθήνας ήταν μια ολιγόωρη, αστυνομικού χαρακτήρα, επιχείρηση.

Έτσι, στις 18 Δεκέμβρη αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν και άρματα μάχης που σπάνια προηγούμενα τα χρησιμοποιούσαν και πέρα από το κέντρο της πρωτεύουσας. Οι κεντρικοί δρόμοι του Βύρωνα Χρ. Σμύρνης, Κύπρου και Κολοκοτρώνη γέμισαν τανκς που σκαρφάλωναν καταστρέφοντας τα πάντα με στόχο την καρδιά της αντίστασης, τη Νέα Ελβετία.

Αρχικά ο ΕΛΑΣ, αιφνιδιασμένος από τη σφοδρότητα της επίθεσης, συμπτύχθηκε σε μια γραμμή άμυνας στο ύψος της Φιλολάου. Στη συνέχεια, με ηρωική αντεπίθεση, κατόρθωσε να αναχαιτίσει τα Βρετανικά τανκς και να τα αναγκάσει σε υποχώρηση.

Ένα απ’ αυτά, όμως, ακινητοποιήθηκε και κυριεύθηκε από τους Ελασίτες. Επρόκειτο για ένα ελαφρό άρμα τύπου Μάρμον με δύο μεγάλες ρόδες μπροστά και με ερπύστριες πίσω. Μπροστά υπήρχε κανονάκι. Έμοιαζε με τις «Αύρες» που χρησιμοποίησε αργότερα η ελληνική αστυνομία.

Μετά την επιτυχία αυτή, όμως, προέκυψε ένα πρόβλημα: Τί θα γινόταν με το άρμα αυτό, αφού ο ΕΛΑΣ δεν διέθετε εμπειρία και πυρομαχικά για ένα τέτοιο βαρύ όπλο; Η λύση ήταν να το κρύψουν προσωρινά μέχρι να βρουν τρόπο αξιοποίησης. Το ρυμούλκησαν μέχρι το Βύρωνα και το έκλεισαν σε μια αποθήκη στην οδό Νεαπόλεως που είχε επιτάξει το ΕΑΜ.

Το γεγονός δεν έγινε αμέσως αντιληπτό, αφού οι περίοικοι έντρομοι είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια τους. Ήταν επικίνδυνο να παραμείνουν στις φριχτές συνθήκες του καθημερινού πολέμου. Αλλά και από τον ΕΛΑΣ δεν δόθηκε συνέχεια αφού η Βρετανική αντεπίθεση επαναλήφθηκε τόσο σφοδρή ώστε ήταν πολυτέλεια η ενασχόληση με την επισκευή και χρήση του «φυλακισμένου άρματος».

Το θέμα ξαναήρθε στην επιφάνεια μετά την τελική μάχη, που δόθηκε στην Καισαριανή την 29 Δεκέμβρη, όπου ο ΕΛΑΣ, ύστερα από ηρωική και με τεράστιο αριθμό απωλειών αντίσταση, υποχρεώθηκε στις 5 Γενάρη 1945 να συνθηκολογήσει. Τότε επέστρεψαν και οι κάτοικοι της περιοχής, που εκτός από τη γενική καταστροφή και τα ερείπια τίποτα άλλο δεν αντίκρισαν που να φανέρωνε τι είχε προηγηθεί στην αποθήκη.

Όταν αργότερα άρχισε να ψιθυρίζεται ότι κάτι σημαντικό υπήρχε στην αποθήκη, ειδοποιήθηκε ο στρατός. Διέρρηξε την είσοδο και βρέθηκε μπροστά σε μια μεγάλη έκπληξη. Εκτός από το τεθωρακισμένο υπήρχε στην αποθήκη ολόκληρο οπλοστάσιο με μεγάλες ποσότητες πολεμικού υλικού, ιδιαίτερα Ιταλικού, καύσιμα, αλλά και τεράστια κιβώτια με άγνωστο περιεχόμενο, ίσως με εκρηκτικά υλικά.

Την εποχή, όμως, εκείνη οι τεχνικές δυνατότητες να επιχειρηθεί η ανάσυρση του άρματος και η μεταφορά από μια πυκνοκατοικημένη περιοχή του όλου εκρηκτικού υλικού με ασφάλεια, ήταν περιορισμένες. Επίσης κρίθηκε ότι το πράγμα δεν ήταν κατεπείγον αφού ούτε και ο ιδιοκτήτης της αποθήκης έδειξε ενδιαφέρον. Έτσι τα χρόνια περνούσαν και η κατάσταση αυτή άρχισε να γίνεται μόνιμη.

Πέρασαν εννέα περίπου χρόνια και ξαφνικά, μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, το Γενάρη του 1953, ένα απόγευμα γύρω στις επτά, οι κάτοικοι της περιοχής τρομοκρατήθηκαν. Η σκέψη τους πήγε πίσω στο φριχτό μπλόκο του Βύρωνα το 1944. Όμως τώρα ήταν κάτι άλλο, ανεξήγητο. Μια πολυάνθρωπη δύναμη αστυνομικών κατέφθασε από την οδό Κολοκοτρώνη και περικύκλωσε τα οικοδομικά τετράγωνα μεταξύ των οδών Κολοκοτρώνη, Προύσης, Κυδωνιών και Αγίας Σοφίας. Δηλ. απέκλεισε μια μεγάλη έκταση γύρω από την επικίνδυνη  αποθήκη. Αμέσως κατόπιν διακόπηκε και η ηλεκτροδότηση της περιοχής. Οι ένοικοι διατάχθηκαν να μην ξαναβγούν από τα σπίτια τους.

Αμέσως κατέφθασε και δύναμη του Μηχανικού με μια νταλίκα, ένα γερανό και άλλα μηχανήματα. Προβολείς στήθηκαν μπροστά στην αποθήκη ρίχνοντας πάνω της άπλετο φως. Η είσοδος ξαναπαραβιάστηκε και άρχισε αμέσως η διαδικασία της εκκένωσης της αποθήκης από τα τεράστια ξύλινα κιβώτια με το πολεμικό υλικό που φορτώθηκαν στους χώρους της νταλίκας. Κατόπιν άρχισε η διαδικασία της ανύψωσης του άρματος και της φόρτωσής του στην νταλίκα. Όλα κράτησαν περίπου τρεισήμισι ώρες. Κατά τις 10.30 το βράδυ το καραβάνι κατηφόρισε προς το Παγκράτι. Στο μεσοδιάστημα, στους κατοίκους που επέστρεφαν αργοπορημένοι, δεν επιτράπηκε να φτάσουν στα σπίτια τους. Ακινητοποιήθηκαν και παρακολουθούσαν την επιχείρηση πίσω από τη γραμμή αυτού του ασυνήθιστου μπλόκου.       

Πηγές αυτού του δημοσιεύματος, ως προς το γεγονός της κυρίευσης του άρματος και της μεταφοράς του στο Βύρωνα, είναι η μαρτυρία του αείμνηστου αξιωματικού του ΕΛΑΣ Μάνου Ιωαννίδη και ως προς την επιχείρηση απόσυρσης αυτού από το χώρο αποθήκευσής του, είναι η μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα Χρ. Χρ. κατοίκου Βύρωνα γωνία Νεαπόλεως – Αγίας Σοφίας.