Κούβελας: «Λάθος η στρατηγική των εμβολιασμών και το lockdown. Κάναμε μία επιτροπή ειδικών που τη διαλέξαμε καφενειακά»

Καταπέλτης ήταν ακόμη μία φορά ο καθηγητής κλινικής φαρμακολογίας του ΑΠΘ Δημήτρης Κούβελας, μιλώντας στον ρ/σ RealFM 97,8.

Ο ίδιος αναφέρθηκε σε μία σειρά από καίρια θέματα, όπως είναι οι αστοχίες της στρατηγικής των εμβολιασμών, οι εισηγήσεις της επιτροπής των ειδικών καθώς επίσης και το ζήτημα των αντισωμάτων.

Ξεκινώντας από την επιτροπή των λοιμωξιολόγων που υπάγεται στο Υπουργείο Υγείας καθώς και την εφαρμογή του lockdown, ο κ. Κούβελας δήλωσε τα εξής:

«Το lockdown δεν έπρεπε να εφαρμοστεί. Όπως έχουμε πει πολλές φορές είναι ένα μέτρο 15 ημέρων άντε τριών εβδομάδων. Όταν κρατήσει τρία τέρμινα, τότε δεν είναι και πολύ σωστό. Το lockdown έχει νόημα ως χρόνος προετοιμασίας. Αν δεν έχει κάτι συγκεκριμένο να προετοιμάσεις, να μην το κάνεις καθόλου. Αφήνεις την επιδημία να κυλήσει, προσπαθώντας αυτό που λέμε ελαχιστοποίηση της απώλειας. Πολλοί αποδίδουν τη μη καλή πορεία του lockdown στο ότι δεν εφαρμόστηκε.

Προφανώς δεν εφαρμόστηκε γιατί δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί. Είναι σαν να σας έλεγα, για να μην κάνουμε πατημασιές στο πάτωμα, όλοι να χρησιμοποιούμε τα φτερά μας. Δεν έχουμε φτερά, δεν γίνεται. Έτσι λοιπόν το lockdown δεν μπορεί να γίνει. Εάν εγώ έχω στο σπίτι έναν 19χρονο ερωτευμένο με τη γειτόνισσα, αυτομάτως, είτε μου αρέσει, είτε δεν μου αρέσει ο 19χρονος θα βάλει τα σεντόνια στο μπαλκόνι, θα μπει από τον υπόνομο σαν τον Γιάννη Αγιάννη, αλλά θα έρθει σε επαφή με την αγαπημένη του. Τώρα έχω δύο οικογένειες. Αν τώρα ο ερωτευμένος είναι ερωτευμένος με δύο γειτόνισσες καταλαβαίνετε όλη η γειτονιά θα είμαστε ένα και το αυτό.

Τίποτα δεν θα έπρεπε να κλείσει. Αυτό που θα έπρεπε να γίνεται είναι στοχευμένα μέτρα, αλλά δεν θέλουμε να πάρουμε τα μέτρα, γι΄ αυτόν τον λόγο αναγκαζόμαστε να προσποιούμαστε ότι παίρνουμε κάποια μέτρα που ξέρουμε από την αρχή ότι δεν δουλεύουν.

Τα μέτρα τα παίρνει ο καθένας κομμένα και ραμμένα πάνω του. Εμείς έχουμε το σκληρότερο lockdown στην Ευρώπη και το έχουμε, ενώ σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη, δεν έχουμε πρωτοβάθμια. Άρα, επί της ουσίας δεν ήμασταν σε θέση να κάνουμε lockdown.

Είμαστε η μόνη χώρα στην Ευρώπη και το έψαξα, που υπάρχει απαξίωση των θεσμικών φορέων. Στην Ελλάδα ποιοι αποφασίζουν για την κολχικίνη, για την υδροξυχλωροκίνη; Μια επιτροπή ειδικών, τους οποίους πώς τους διαλέξαμε; Με βιογραφικά; Όχι, καφενειακά. Κάναμε μια επιτροπή ειδικών που τη διαλέξαμε μεταξύ μας. Δεν προκηρύχθηκαν θέσεις με αντικείμενα, να βάλουμε τα βιογραφικά μας να δούμε ποιος πραγματικά είναι καλός. Αυτή η επιτροπή λοιπόν έχει υποκαταστήσει τον ΕΟΦ, το Εθνικό Συμβούλιο Υγείας που αποφασίζει για τα πρωτόκολλα και έχει ευθύνη για τα πρωτόκολλα τα θεραπευτικά και κυρίως έχει υποκαταστήσει την Επιτροπή Αξιολόγησης φαρμάκων ανθρώπινης χρήσης.

Άμα ήμουν Πρωθυπουργός, δεν θα τη χρειαζόμουν. Θα είχα πέντε συμβούλους, κανένα δύο επιδημιολόγους, έναν συγκοινωνιολόγο γιατί είναι τεράστιο πρόβλημα οι μεταφορές, θα ήθελα έναν-δυο πολεοδόμους και κανένα δυο ψυχολόγους-ψυχίατρους και κοινωνιολόγο για να μου πουν πόσο αυτό το πράγμα το αντέχει ο μέσος άνθρωπος. Και θα τους είχαν για συμβούλους, με τους οποίους θα καθόριζα την πολιτική.

Για τις δουλειές της επιτροπής θα είχα τα θεσμοθετημένα όργανα, όπως τον ΕΟΦ και το ΚΕΠΥ. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν χρησιμοποιούμε ανθρώπους που ξέρουν τη δουλειά τους και πήραμε κάποιους καθηγητές που μπορεί και να μην έχουν δει ποτέ άρρωστο ή να μην ξέρουν τι γίνεται στην Ελλάδα για να μας συμβουλεύσουν πώς θα δουλέψουν τα νοσοκομεία. Και επίσης υπάρχει μια ρήση. Αν θες να μην κάνεις μια δουλειά, κάνε και μια επιτροπή».

Ο καθηγητής αναφέρθηκε και στα θεραπευτικά αντισώματα, την μέγιστη προσφορά των οποίων η Ελλάδα αγνοεί επιδεικτικά εδώ και πολλούς μήνες:

«Το ξέρετε ότι έχουν 87% αποτελεσματικότητα θεραπείας; Η δικαιολογία από τις 9 Νοεμβρίου μέχρι προχθές ήταν ότι δεν τα έχει εγκρίνει ο ΕΜΑ. Εδώ και 15 μέρες τα έχει εγκρίνει και ο ΕΜΑ. Ποια είναι λοιπόν η καινούργια δικαιολογία, γιατί δεν τα έχουμε πάρει ήδη στη χώρα μας; Στις 9 Νοεμβρίου δόθηκε άδεια από τον FDA, οι ευρωπαϊκές χώρες, μια-μια, το πήραν όλες. Η Γερμανία πήρε 200.000 δόσεις, η Γαλλία πήρε 100.000 δόσεις, η Ιταλία, η Ισπανία πήραν. Αυτοί που το προμηθεύτηκαν το πήραν με εθνικές διαδικασίες, δεν το είχε εγκρίνει ο ΕΜΑ γιατί καθυστερούσε. Έχουμε δικαίωμα να δώσουμε εθνική άδεια στα προϊόντα. Εάν δεν θέλουμε να δώσουμε εθνική άδεια, τότε μπορούμε να κάνουμε μια διαδικασία που λέγεται κατ’ εξαίρεση εισαγωγή και να το φέρει ο ΙΦΕΤ αν δεν υπάρχει εταιρεία. Υπάρχει ΕΟΦ, υπάρχει ΙΦΕΤ, και στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει και εταιρεία η οποία είχε προϋπολογίσει 3.000 δόσεις. Μπορεί κάποιος να μου πει λοιπόν για ποιον λόγο συνεχίζουμε να μην έχουμε τα θεραπευτικά αντισώματα;.Άρα, να τους αντιγράψουμε τους έξω λοιπόν, αλλά γιατί δεν πήραμε το φάρμακο που πήραν όλοι οι άλλοι; Και υπήρχαν μηχανισμοί».

Όσον αφορά τα εμβόλια σημείωσε:

«Τα εμβόλια τα συγκεκριμένα δεν είναι όπως φαντάζονταν κάποιοι πέρυσι, με την έννοια των εμβολίων των κλασικών δεν υπάρχουν ακόμα. Μπορεί να υπάρχουν στο μέλλον, αλλά ακόμα δεν είναι τα εμβόλια που νομίζει ο κόσμος. Είναι συσκευές με μικροσωματίδια που διεγείρουν τον οργανισμό μας να κάνει την ανοσοποίηση. Αυτό δεν ξέρουμε ούτε για πόσο χρόνο το κάνει, ούτε σε τι βάθος το κάνει.

Δεν γίνεται τείχος ανοσίας για αυτή την αρρώστια και με αυτά τα εμβόλια γιατί δεν ξέρουμε αν χρειάζεται επανάληψη. Μέχρι να έχουμε τις δόσεις που χρειάζεται για να εμβολιάσουμε τις ευπαθείς ομάδες, αυτοί μάλλον θα θέλουν εμβολιασμό και τον Σεπτέμβρη, άρα δεν μπορούμε να πάμε για τείχος ανοσίας. Είναι λάθος η στρατηγική των εμβολιασμών. Θα έπρεπε να κάνουμε άλλου τύπου προσπάθειες, όχι για τείχος ανοσίας. Τείχος ανοσίας είναι εμβόλια όπως είναι τα κλασικά για τις παιδικές ασθένειες. Για τη γρίπη δεν πετυχαίνω τείχος ανοσίας, είναι κάθε χρόνο. Είναι άλλο η στρατηγική, δεν μπορούμε να μιλάμε για τείχος ανοσίες.

Οι μελέτες για τα εμβόλια τελειώνουν τον Δεκέμβριο του 2023. Άρα τα έχουμε βάλει πολύ νωρίς. Ευτυχώς είναι πολύ καλύτερα από αυτά που κάποιοι φοβόμασταν γιατί τα δοκιμάσαμε σε μεγάλους πληθυσμούς. Άρα το πρόβλημα της ασφάλειας λύθηκε. Αυτό όμως που συνεχίζουμε να μην ξέρουμε είναι για πόσο καιρό όσοι εμβολιάστηκαν θα έχουν ανοσία».

Πηγή: el.gr