Η Συνέντευξη

“Δραπετεύουμε”… γράφοντας!
Με όχημα την πένα τους, 4 συνδημότες μας, εκφράζονται δημιουργικά, για τις μέρες του εγκλεισμού.

Alexandros Raskolnick
Το ραντεβού για την τηλεοπτική συνέντευξη είχε στριμωχτεί την τελευταία στιγμή στο πρόγραμμα εκείνης της ημέρας. Κανονικά, ήταν για την μεθεπομένη, αλλά ο υπουργός θα ταξίδευε εκτάκτως στον Έβρο, για να εμψυχώσει τους ακρίτες.
Τα μέλη του συνεργείου είχαν ακροβολιστεί στη μεγάλη βεράντα της απομονωμένης υπουργικής έπαυλης, δουλεύοντας πυρετωδώς για την προετοιμασία του γυρίσματος. Άλλοι ξεδίπλωναν κι άπλωναν τα ηλεκτρικά καλώδια, άλλοι έστηναν εδώ κι εκεί κόφτες κι ανακλαστήρες, σύμφωνα με τις οδηγίες που τους είχε δώσει ο Παντελής, ο τηλεσκηνοθέτης. Όπου να’ ναι, θα ήταν όλα έτοιμα κι ο υπουργός, με φόντο το απέραντο γαλάζιο, όπως είχε προσυμφωνηθεί, θα εκφωνούσε το μήνυμά του.
Η οικοδέσποινα, γνωστή κοσμική κυρία και φιλάνθρωπος, ντυμένη από σπουδαίο Ιταλό μόδιστρο σε απαλά γήινα χρώματα, πανέμορφη μέσα στη φυσική της βλοσυρότητα, επέβλεπε το υπηρετικό προσωπικό που πήγαινε κι ερχόταν φουριόζικα, φροντίζοντας να μην λείψει τίποτα από τα παιδιά του συνεργείου που δούλευαν με αυταπάρνηση, κυριακάτικα.
Είχαν ήδη καθυστερήσει. Του καημένου του Παντελή, που είχε το γενικό πρόσταγμα, μαζί και τη συνολική ευθύνη, κόντευε να του έρθει κόλπος στη σκέψη, που σιγά-σιγά μετατρεπόταν σε βεβαιότητα, ότι ο προγραμματισμός της ημέρας, έτσι κι αλλιώς βαρύς, με τούτο δω το έκτακτο, ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να βγει.
Μετά το ξέσπασμα της πανδημίας και την έκτακτη επιχορήγηση του καναλιού από τον δημόσιο κορβανά, ο διευθυντής προγράμματος ήταν περισσότερο από σαφής στις απαιτήσεις του. Τρέχανε και δεν φτάνανε, για να καλύψουν όσο πληρέστερα μπορούσαν την επικαιρότητα -που ο Θεός να την έκανε επικαιρότητα, σκεφτόταν ο Παντελής, βράζοντας μέσα του. Οι συνεντεύξεις των υπουργών, των βουλευτών και των άλλων πολιτικών στελεχών, προβάλλονταν καθημερινά στη ζώνη της υψηλής τηλοψίας, σε ένα ποτ πουρί με λογής-λογής πρόθυμους μαϊντανούς και άλλες ανθυποδιασημότητες. Όλοι αναζητούσαν λίγη από την περισσευούμενη αίγλη των ημερών κι άπαντες έκαναν ουρά για να σχολιάσουν τη δεινή κατάσταση, εγκωμιάζοντας συνάμα τη σοβαρότητα και την πληρότητα του κυβερνητικού έργου.
Δουλεύοντας με το ηλεκτρικό του κατσαβίδι στο χέρι, ο Σωτήρης, εκείνη την ώρα μπαινόβγαινε, κάνοντας έναν τελευταίο έλεγχο στις συνδέσεις, μα είχε αλλού το νου του, στραβοκοιτάζοντας την Ευλαλία, τη νεαρή δημοσιογράφο που όλοι την φώναζαν Λία. Αυτή, ήταν επιφορτισμένη με το ρεπορτάζ. Πώς είχε καταφέρει να υπερσκελίσει εμπειρότερους συναδέλφους της, ήταν κοινό μυστικό. Σε μια απόμερη γωνιά, κρατώντας στο καλλίγραμμο χέρι της ένα ποτήρι παγωμένη λεμονάδα, συνομιλούσε χαμηλόφωνα με τον ιδιαίτερο του υπουργού που, με το λάγνο βλέμμα του στραμμένο στο βαθύ της ντεκολτέ, την άκουγε καταγοητευμένος.
Του είχε γυαλίσει η Λία, του Σωτήρη, μα εκείνη δεν του έδινε την παραμικρή σημασία κι ας ήταν ομορφόπαιδο• κοιτάζει ψηλά, η σκροφίτσα, σκεφτόταν κάθε φορά που το πράσινο φίδι του φθόνου, όπως εκείνη τη στιγμή, δάγκωνε την καρδιά του. Περισσότερο, όμως, τον βασάνιζε η σκέψη της μάνας του, που κόντευε να πατήσει τα ογδόντα. Στο ανήλιαγο δυομισάρι του Βύρωνα, κλεισμένη μέσα υποχρεωτικά, τέτοια ώρα θα του μαγείρευε κάποιο απ’ τ’ αγαπημένα του φαγητά. Χρυσοχέρα. Από τότε που είχε φύγει ο πατέρας του για τον άλλο κόσμο, είχε μετακομίσει μαζί της, πίσω στο πατρικό. Αγαπημένος μοναχογιός και στερνοπαίδι. Οι αδερφές του, φευγάτες• η μεγαλύτερη, νύφη στην Αυστραλία, οι άλλες δυο στη Νότια Αφρική. Έτσι κι αλλιώς, το πετσοκομμένο μεροδούλι, με αφορμή την οικονομική κρίση, δεν του άφηνε και σπουδαία περιθώρια. Φοβόταν, όμως, μην της κουβαλήσει στο σπίτι αυτόν τον διαβόητο κορωναϊό, μην κακοτύχει και στείλει τη μανούλα του πριν της ώρας της. Αυτοί οι πλούσιοι και οι σπουδαιοφανείς, σκεφτόταν, με τα ανεξέλεγκτα σούρτα-φέρτα τους και μ’ όλη τους την έπαρση και την αυθάδεια, κατατάσσονται στις ομάδες του υψηλότερου κινδύνου, μαζί με τους εργάτες που στριμώχνονται στα πρωινά λεωφορεία, κυνηγώντας το μεροκάματο. Χαμογέλασε πικρόχολα με τον οξύμωρο συνειρμό του, αλλά στην πραγματικότητα έτρεμε η ψυχή του, του καημένου. Προσπάθησε να διώξει τις κακές σκέψεις κι έστρεψε το βλέμμα του προς τα έξω. Οι λευκές, αραχνοΰφαντες κουρτίνες, ανάμεσα από τις διάπλατα ανοιχτές μπαλκονόπορτες, χόρευαν παιχνιδιάρικα με το απαλό αεράκι. Η θέα από κει ψηλά, ήταν πανοραμική κι έκοβε την ανάσα. Το γαλάζιο της θάλασσας απλωνόταν μέχρι το βάθος των οριζόντων, σμίγοντας τρυφερά με τον ανέφελο ουρανό. Ο ήλιος, στην κορύφωση της δόξας του εκείνη την ώρα, χάιδευε στοργικά την πλάση. Η άνοιξη είχε μπει για τα καλά. Γλυκιά είναι η ζωή για κάποιους, σκέφτηκε ο Σωτήρης και το πράσινο φίδι ξύπνησε από τη σύντομη νάρκη του, έτοιμο να του επιτεθεί πάλι ύπουλα, όταν ένα γενικό σούσουρο τον επανέφερε στην πραγματικότητα.
Ο οικοδεσπότης, μόλις είχε κάνει την εμφάνισή του. Φρεσκοξυρισμένος κι ευδιάθετος, ανάμεσα σε δύο εύσωμους άνδρες της προσωπικής του ασφάλειας, κοντοστάθηκε εύχαρις. Γεμάτος με τη χαρακτηριστική του αυταρέσκεια, ψηλάφισε με τ’ ακροδάχτυλά του τη χειρουργική μάσκα που συγκρατούσε τακτοποιημένα τα γκριζωπά του μαλλιά, στη θέση τους. Σε λίγο που θα την φορούσε στο πρόσωπο για να στηθεί μπροστά στην κάμερα και ν’ αναπτύξει το αποστηθισμένο του λογύδριο, έπρεπε να δείχνει άψογος. Επιθεωρώντας, όμως, το σκηνικό, σαν να του κόπηκε, κάπως, η καλή διάθεση. Την επόμενη στιγμή, κάλεσε τον παρατρεχάμενό του, με βλέμμα που είχε γίνει πια αυστηρό. Εκείνος, χωρίς καθυστέρηση, παράτησε σύξυλη τη Λία κι έτρεξε κοντά του. Κάτι άρχισαν να κουβεντιάζουν ψιθυριστά. Έδειχνε να τον επιπλήττει.
«Καλοί μου άνθρωποι, έγινε μια μικρή παρεξήγηση. Η συνέντευξη θα δοθεί, τελικά, στο γραφείο του κυρίου υπουργού», ανακοίνωσε ο συμβουλάτορας, με ύφος δαρμένου σκύλου. Του καημένου του Παντελή, του ήρθε σκοτοδίνη. «Παρακαλώ, περάστε στα ενδότερα, να σας δείξω που ακριβώς πρέπει να στήσετε την κάμερα», συμπλήρωσε ο σύμβουλος και προτού καλά-καλά προλάβει να τελειώσει τη φράση του, ο Παντελής του είχε ορμήσει και μ’ άγριες διαθέσεις τον άρπαζε από το λαιμό. Το τι επακολούθησε, ούτε λέγεται ούτε γράφεται.