Καναπές

“Δραπετεύουμε”… γράφοντας!
Με όχημα την πένα τους, 4 συνδημότες μας, εκφράζονται δημιουργικά, για τις μέρες του εγκλεισμού

Βασιλική Μάρκου

4 Μαΐου βγαίνουμεεε !!!

Βγαίνουμε? Και που πάμε? Πως πάμε? Τι ‘ναι αυτό?

Όχι, όχι, δεν παίζει κάτι τέτοιο. Μια χαρά είμαι εδώ. Δεν μ ακούει κανείς, δεν με βλέπει κανείς, κάνω ό,τι θέλω, είμαι όπως θέλω.

Τα μαλλιά μου από πίσω έχουν μπερδευτεί από την τριβή με τον καναπέ… Και τι έγινε? Μια χαρά. Θα λουστώ αύριο, θα στεγνώσουν μόνα τους, τόσο φυσικά, τόσο άγρια, τόσο ωραία! Γιατί να τα στεγνώσω με πιστολάκι? Μεγάλη καταπίεση!

Άκου να βγούμε έξω! Τι εννοείς?

Τι ρούχα θα βάλω?

Θα πρέπει να βαφτώ?

Χριστέ μου πως θα περπατήσω?

Νιώθω το σώμα μου βαρύ. Να το βγάλω βόλτα? Γιατί?

Μισοκοιμάμαι, δεν θα χω ξυπνήσει μέχρι τότε. Γιατί πρέπει να ξυπνήσω?

Μπουρ, μπουρ, μπουρ, η τηλεόραση νανουρίζομαι, είμαι καλά έτσι…

Να σηκώσω το γόνατο με δυσκολία και να βγω έξω σαν να μη συμβαίνει τίποτα?

Αυτή η πιστολιά για επανεκκίνηση δεν μ αρέσει καθόλου!

Είμαι μια χαρά, εγώ μέσα στα μέσα μου. Δεν βγαίνω τόσο εύκολα. Θα πονέσω να αφήσω την πολυθρόνα μου… μου μιλάει. Χτυπά η καρδιά μου πιο γρήγορα.

Να βγω έξω? Όχι μέχρι την κουζίνα θα πάω, μέχρι τα λουλούδια μου, θα ‘ρθει ο άντρας μου απ τη δουλειά, θα μ’ αγκαλιάσει, κοιμάμαι και νανουρίζομαι ταυτοχρόνως. Θα δούμε ταινίες, τώρα ζαλίζομαι πιο πολύ αλλά είμαι μέσα μου και δεν θέλω να βγω. Ωραίο το φαγάκι και το ζεστό φιλί βάλσαμο, αλλά πολλά γλυκά, ζάχαρη, ζάχαρη, ζάχαρη, ωχ δεν πάει άλλο.

Πρέπει να ξυπνήσω αλλά δεν θέλω.

Που να σηκωθεί μόνο του το γόνατο? Είναι τρεις ώρες ακίνητο, έχει γίνει ξένο σώμα…

Ας μιλήσω στο τηλέφωνο περπατώντας. Ναι αυτό θα κάνω. Τέλεια, είμαι σε κίνηση! Θα ξυπνήσω, αλλά σας παρακαλώ όχι βίαια… Κι αφού είμαι όρθια, ας στηριχθώ στον πάγκο κι ας απλώσω το πόδι μπροστά. Κουντεπιέ, ζετέ και τα λοιπά, δεν θυμάμαι, αλλά η κίνηση μετράει. Μπροστά το πόδι, πίσω, στα πλάγια, λίγο πιο πάνω.

Απίστευτη συγκίνηση!

Μάλλον ζω, αναπνέω στα σίγουρα.

Όχι άλλη σειρά αγάπη μου, έχεις μεταλλαχθεί, σήκω πήγαινε στη δουλειά σου και μη φέρεις γλυκά το μεσημέρι.

Θα λουστώ αλλά σήμερα θα βαφτώ κιόλας… ή να μην το κάνω? Πιο πολύ μ’ αρέσω έτσι. Ναι άβαφη θα βγω έξω. Πως θα περπατάω όμως? κι αν σπάσω στα δύο? τόσο μεγάλη απόσταση? είμαι σαν το χώμα στα λουλούδια μου.

Κοιμάμαι μακαρίως, κινούμαι σαν φυσάει λιγάκι ή σαν κάποιο χέρι με κινεί, με ανασκαλεύει. Άντε τώρα από χώμα να γίνω το χέρι που το κινεί.

Μέσα σ ένα ανοιγοκλείσιμο των ματιών, σε μια εισπνοή, τόσο γρήγορα για να μην καταλάβω την αγριότητα της αναγέννησης.

Φύγαμε μπούμπη μου κι έχουμε αργήσει…